- InfoKids - http://www.infokids.gr -

Αναστάτωση στην Ηλεία - Η περιπέτεια της υγείας του 8χρονου που προσβλήθηκε από λεϊσμανίαση

Αίσιο τέλος είχε η σοβαρή περιπέτεια ενός 8χρονου αγοριού από ορεινό οικισμό της νότιας Ηλείας, το οποίο προσβλήθηκε από την ασθένεια λεϊσμανίαση [1], γνωστή και ως «καλαζάρ», όπως διαπιστώθηκε κατά τη διάρκεια ιατρικής εξέτασης από τους παιδιάτρους του Νοσοκομείου Πύργου παραμονές Πρωτοχρονιάς.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Patrisnews, ο 8χρονος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Πύργου με συμπτώματα κρυολογήματος. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης από την παιδίατρο εφημερίας, διαπιστώθηκε ασυνήθιστη διόγκωση σε ζωτικό του όργανο. Αμέσως ενημερώθηκε η μητέρα του παιδιού για τη σοβαρότητα της κατάστασης και την αναγκαιότητα διακομιδής σε άλλο νοσοκομείο, είτε στην Πάτρα είτε στην Αθήνα, για εξειδικευμένο ιατρικό έλεγχο και περαιτέρω παρακολούθηση.

Χωρίς χρονοτριβή, η οικογένεια μετέφερε το παιδί στο νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» της Αθήνας, όπου εκεί διαγνώστηκε το «καλαζάρ» και η σοβαρότητα της κατάστασης του παιδιού. Χάρη στη φροντίδα των γιατρών και την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή που του χορηγήθηκε, η υγεία του 8χρονου βελτιώθηκε αισθητά, και ανήμερα των Θεοφανίων πήρε εξιτήριο και επέστρεψε στην Ηλεία.

Ο 8χρονος την επόμενη εβδομάδα θα υποβληθεί εκ νέου σε εξετάσεις για να διαπιστωθεί αν υφίσταται ενδεχόμενο υποτροπής. Με βάση τις πρώτες εκτιμήσεις του ιατρικού προσωπικού, το 8χρονο αγόρι προσβλήθηκε από τσίμπημα «ζωόφιλης σκνίπας» πριν από μερικούς μήνες, όμως δεν είχε εμφανίσει σχετικό σύμπτωμα. Σύμφωνα πάντα με τους γιατρούς, αυτό οφείλεται στο ότι πιθανότατα προσβλήθηκε από «σπλαχνική λεϊσμανίαση» (και όχι δερματική) και στο ότι ο οργανισμός του 8χρονου αποδείχθηκε ανθεκτικός όλο αυτό το διάστημα.

Ας μάθουμε περισσότερα για τη λεϊσμανίαση

Η λεϊσμανίαση είναι παρασιτική νόσος που μεταδίδεται με το τσίμπημα της φλεβοτόμου μύγας, Phlebotomus (σκνίπα). Υπάρχουν τρεις μορφές λεϊσμανίασης: η δερματική, η βλεννογονική και η σπλαγχνική μορφή (Καλά-αζάρ).  Οι βλάβες μπορούν να είναι μία ή περισσότερες, επώδυνες ή ανώδυνες. Συνήθως πρόκειται για ερυθηματώδη κηλίδα ή οζίδιο που τυπικά σχηματίζει ένα ρηχό έλκος με υπερυψωμένο όχθο.

Μπορεί να συνυπάρχει διόγκωση λεμφαδένων κοντά στις βλάβες (π.χ. κάτω από τη μασχάλη στην περίπτωση που οι βλάβες εντοπίζονται στο χέρι ή στο βραχίονα).
H σπλαγχνική λεϊσμανίαση (καλά-αζάρ), χαρακτηρίζεται από πυρετό, ανορεξία, απώλεια βάρους και διόγκωση ήπατος και σπληνός (συνήθως ο σπλήνας είναι περισσότερο διογκωμένος από το ήπαρ). Παρουσιάζονται επίσης αναιμία, πτώση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και των αιμοπεταλίων Συνυπάρχει διόγκωση λεμφαδένων.

Παρουσιάζονται περίπου 1,5 εκατομμύρια νέα κρούσματα δερματικής λεϊσμανίασης και 500.000 νέα κρούσματα σπλαγχνικής λεϊσμανίασης κάθε χρόνο στον κόσμο. Περισσότερες από το 90% των περιπτώσεων σπλαγχνικής λεϊσμανίασης ανά τον κόσμο αφορούν την Ινδία, το Μπαγκλαντές, το Νεπάλ, το Σουδάν και τη Βραζιλία.

Από το 1998 έως το 2005 έχουν αναφερθεί στην Ελλάδα 291κρούσματα σπλαγχνικής και 20 κρούσματα δερματικής λεϊσμανίασης. (Πηγή World Health Organisation).

Η λεϊσμανίαση μεταδίδεται με το τσίμπημα ορισμένων τύπων φλεβοτόμων (σκνίπες). Οι σκνίπες μολύνονται όταν προηγουμένως έχουν τσιμπήσει ένα μολυσμένο ζώο (όπως τρωκτικό ή σκύλο) ή μολυσμένο άνθρωπο. Επειδή οι σκνίπες όταν πετάνε δεν κάνουν θόρυβο, ο άνθρωπος μπορεί να μην αντιληφθεί την παρουσία τους. Επίσης, επειδή είναι πολύ μικρές (είναι σε μέγεθος περίπου το 1/3 του μεγέθους ενός τυπικού κουνουπιού), μπορεί να μη γίνουν αντιληπτές ούτε με την όραση.

Οι σκνίπες παρουσιάζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα κατά τη διάρκεια του απογεύματος και της νύχτας, ενώ είναι λιγότερο δραστήριες κατά τις θερμότερες ώρες της ημέρας. Ωστόσο, οι σκνίπες τσιμπάνε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας όταν κάποιος τις ενοχλήσει. Σπάνια, η λεϊσμανίαση μεταδίδεται από έγκυο γυναίκα στο παιδί της, ενώ μπορεί να μεταδοθεί και με μετάγγιση αίματος ή με μολυσμένες βελόνες.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας κινδυνεύουν να αρρωστήσουν αν κατοικούν ή επισκέπτονται περιοχές στις οποίες η νόσος ενδημεί. Η νόσος είναι συχνότερη σε επαρχιακές από ότι σε αστικές περιοχές – μπορεί όμως να παρατηρηθούν κρούσματα στις παρυφές αστικών κέντρων.