“Έχασε την επαφή με τους φίλους του, φόρεσε μάσκα, έχασε τόσους μήνες φυσιολογικής ζωής και θα χάσει άλλους τόσους, γιατί;”

Από αυτήν την ιστορία με τον Covid όλοι έχουμε χάσει. Έχουμε χάσει την ελευθερία των κινήσεών μας, στιγμές από τη ζωή μας, ανθρώπους από κοντά μας, αλλά νομίζω ότι αυτοί που έχουν χάσει περισσότερο από όλους είναι τα παιδιά. Νομίζω ότι τα παιδιά είναι οι μεγάλοι χαμένοι της πανδημίας. Και επειδή έχουν γραφτεί πάρα πολλά και δυνατά άρθρα γι’ αυτό το θέμα, εγώ θα μιλήσω γι’ αυτά που είδα με τα μάτια μου, στο δικό μου το παιδί και τον περίγυρό του.

Είδα ένα παιδί την άνοιξη να μένει 24 ώρες το 24ωρο με τους γονείς του, το οποίο τότε λειτούργησε λίγο ευεργετικά, γιατί ποτέ άλλοτε δεν είχαμε στο παρελθόν τη δυνατότητα να έχουμε τόσο χρόνο μαζί και αυτό του άρεσε, το είχε ανάγκη.

Μετά ήρθε το Πάσχα. Δεν πήγε στο χωριό όπως κάθε χρόνο, δεν ανέπνευσε τον καθαρό αέρα, δεν κράτησε λαμπάδα, προσπάθησε να νιώσει λίγο εορταστικά ανάμεσα σε διαγγέλματα, καθημερινές ενημερώσεις και SMS, την Κυριακή του Πάσχα έφαγε διαδικτυακά με τον παππού και τη γιαγιά, αλλά δε γκρίνιαξε, το δέχτηκε.

Μετά ήρθαν τα γενέθλιά του. Το πάρτυ που περίμενε όλο τον χρόνο δεν έγινε ποτέ. Είχαμε βρει το θέμα, τις προσκλήσεις, το χώρο, τα πάντα, αντί όλων αυτών συνδέθηκε μέσω zoom με κάποιους από τους φίλους του και περάσανε ένα δίωρο μαζί, αλλά από μακριά. Δεν πήρε τη χαρά των δώρων.

Δε γύρισε σπίτι ιδρωμένο, ξεθεωμένο και ευτυχισμένο. Έσβησε τα κεράκια του μπροστά σε μια οθόνη. Αλλά δε γκρίνιαξε, το δέχτηκε.

Μετά ήρθε το καλοκαίρι. Έκανε κάτι σα διακοπές, προσέχοντας πού θα σταθεί, πού θα κολυμπήσει, πού θα ακουμπήσει, φορούσε τη μάσκα του μεσημεριάτικα, με τη ζέστη, στην ουρά στο ξενοδοχείο για το φαγητό και το κοιτούσαν σαν εξωγήινο. Αλλά δε γκρίνιαξε, το δέχτηκε.

Μετά ήρθε ο Σεπτέμβριος. Πήγε με χαρά στο σχολείο να δει τον κολλητό του, να παίξει, να θυμηθεί ότι έχει κι αυτό μια προσωπική ζωή εκτός του σπιτιού, δική του. Και διάλεξε τις μάσκες του και τις φορούσε ανελλιπώς στο μάθημα και στο σχολικό και έμαθε να διατηρεί σακουλάκια για τις καθαρές και τις βρώμικες. Και έκανε το αντισηπτικό μέρος της καθημερινότητάς του. Και δεν πήγε στις δραστηριότητες που ήθελε για λόγους προστασίας. Αλλά δε γκρίνιαξε, το δέχτηκε.

Και μετά ήρθε ο Νοέμβριος. Και αναγκάστηκε να φοράει τη μάσκα όλη μέρα στο σχολείο. Και το φιλί που έπαιρνε κάθε πρωί, το μισό ήταν πάνω στη μάσκα. Να διαβάζει, να γράφει, να μιλάει, να παίζει, να τρέχει με τη μάσκα. Και να την αλλάζει κάθε τρεις ώρες. Και δε μπόρεσε να κεράσει τους συμμαθητές του ένα γλυκάκι στη γιορτή του, γιατί απαγορεύεται.

Ούτε στο σπίτι έκανε γιορτή. Πάλι έχασε τη χαρά της συνάθροισης και των δώρων. Πάλι έχασε αναμνήσεις. Και δε συναντήθηκε με κανέναν φίλο του.

Και πήγε ελάχιστες βόλτες για να μη συνωστίζεται. Και μια μέρα ανέβασε δέκατα και είδα στα μάτια του το φόβο, μήπως κόλλησε κορωνοϊό. Αλλά ούτε γι’ αυτό δε γκρίνιαξε, το δέχτηκε.

Και κοντεύουμε Δεκέμβριο, από πέρσι τον Μάρτιο. Και αφού τα έχει δεχτεί όλα αυτά και δεν έχει γκρινιάξει ούτε μια φορά, ξανακλείνεται μέσα. Και τους φίλους και το παιχνίδι που τα είχε μόνο στο διάλειμμα και με τη μάσκα, τώρα δεν τα έχει καθόλου. Και το μόνο που έχει να περιμένει πια είναι να στολίσουμε το δέντρο και το σπίτι. Και τι άλλο να κάνει; Έβαλε στο περιθώριο ότι είναι παιδί, ότι θέλει να παίζει και να ζει ελεύθερα, τα έκανε όλα στην άκρη, υπάκουσε στα πάντα ευλαβικά, έχασε τόσους μήνες φυσιολογικής ζωής και θα χάσει άλλους τόσους, γιατί;

Αυτός και εκατομμύρια άλλα παιδιά έδωσαν το μεγαλύτερο διαγώνισμα της ζωής τους και πήραν άριστα.

Ανέλαβαν ευθύνες μεγάλων, ανταποκρίθηκαν σε όλα χωρίς πανικό, γκρίνια και αμφισβήτηση, αλλά με μια ωριμότητα και έναν σεβασμό που, δυστυχώς, δε τους ανταποδόθηκε από την πολιτεία. Γιατί αντί να γίνουν επενδύσεις στην τεχνολογία, την παιδεία και την υγεία, ώστε να πάρουν πίσω την παιδικότητά τους, βλέπανε στην τηλεόραση να παρουσιάζονται με περίσσιο καμάρι κάτι ζαρντινιέρες. Γιατί αντί να δούνε πρακτικές λύσεις στα σχολεία τους, όπως έβλεπαν σε φωτογραφίες στο internet σε άλλες χώρες, είδαν κάτι τεράστιες μάσκες που πήγαν άκλαυτες, στριμώχτηκαν σε αίθουσες χωρίς επαρκή πλεξιγκλάς, προσπαθούν να συνδεθούν σε μία εύθραυστη πλατφόρμα, βαριούνται μπροστά στη λεγόμενη «εκπαιδευτική τηλεόραση», βαριούνται μέσα στο σπίτι, βαριούνται να βλέπουν τους γονείς τους σε τηλεεργασία και προσπαθούν να την παλέψουν πάλι μόνα τους, βασιζόμενοι αποκλειστικά στη στήριξη της οικογένειάς τους και στους δικούς τους μηχανισμούς άμυνας και εφευρετικότητας.

Χάσανε πολλά. Και τι κερδίσανε; Ίσως κάποια στοιχεία στο χαρακτήρα τους, τα οποία, αν τα κρατήσουν και δεν τα χάσουν στην πορεία, θα τους μείνουν παρακαταθήκη, αλλά ακόμα κι έτσι, θεωρείτε ότι φερθήκατε καλά στα παιδιά, κύριε Πρωθυπουργέ; (θα σας προσφωνούσα «Κυριάκο», όπως προσφωνήσατε κι εσείς «Σωτήρη» τον επιστήμονα, κύριο Τσιόδρα, αλλά ευτυχώς έχω μάθει να σέβομαι τους τίτλους και τα αξιώματα και να μην ακολουθώ σαν πρόβατο ό,τι σκέφτονται οι επικοινωνιολόγοι) Τους φερθήκατε δίκαια; Μήπως τους στερήσατε πολλούς μεγάλους περιπάτους, για να κάνετε εσείς τον δικό σας μεγάλο περίπατο; Κάντε ένα tweet να μου απαντήσετε.

Πόπη Λιακουνάκου