«Η ερωτική σχέση μεταξύ ενήλικα και ανήλικου είναι σε όλες τις περιπτώσεις κακοποιητική»

Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί τις τελευταίες ημέρες σχετικά με το τραγικό συμβάν της αυτοκτονίας της 14χρονης στον σταθμό του ΗΣΑΠ, την περασμένη Πέμπτη, και δεν είναι λίγα αυτά που μας εξόργισαν για το γεγονός, ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που αρνούνται να αντιληφθούν το γεγονός στις πραγματικές του διαστάσεις: Ως έγκλημα.

Δυστυχώς, όμως, υπάρχει και κάτι ακόμα πολλοί δεν καταλαβαίνουμε: Τι μπορεί να συνέβαινε στο μυαλό και στην ψυχή αυτού του κοριτσιού -και κάθε κοριτσιού που βρέθηκε στην θέση της- για να φτάσει να προχωρήσει τόσο σε μία τέτοια σχέση, αλλά και στην τραγική κατάληξη;

Επικοινωνήσαμε με την σύμβουλο ψυχικής υγείας κ. Λίνα Λυκομήτρου, η οποία ειδικεύεται σε ζητήματα παιδεραστίας, και της ζητήσαμε να μας πει τη γνώμη της για το περιστατικό, αλλά και το ποιος έχει τελικά τη μεγαλύτερη ευθύνη:

«Ακούγοντας την φράση «είχαν ερωτική σχέση», το μυαλό μας συνδέεται όχι με την κακοποίηση αλλά με την κοινή συναίνεση των δύο ανθρώπων, έχοντας συνείδηση του τι κάνουν.  Επίσης, ακούγοντας αυτή την φράση για μια υπόθεση ξεκάθαρης παιδεραστίας, η ενοχή του ενήλικα μειώνεται και η ενοχή της ανήλικης αυξάνεται κατά πολύ.

Όμως η σχέση μεταξύ ενήλικα και ανήλικου είναι σε όλες τις περιπτώσεις κακοποιητική. Μπορεί το σώμα του παιδιού να μοιάζει με ενήλικα, όμως η ψυχική και νοητική του ωριμότητα είναι αυτή ενός παιδιού. Τίποτα παραπάνω από αυτό.

Ήταν μια ξεκάθαρη σχέση εξουσιαστή – εξουσιαζόμενου, με χειραγώγηση σκέψεων και συναισθημάτων. Στόχος του ήταν η σωματική ερωτική επαφή αλλά και η αίσθηση κυριαρχίας και ελέγχου σε έναν άνθρωπο πολύ νεότερο, ευάλωτο συναισθηματικά, ανίσχυρο την δεδομένη στιγμή και αθώο. Τίποτα λιγότερο από αυτό. Και αυτό το αποδεικνύει η αίσθηση παντοδυναμίας που πρόβαλε ακόμα και μετά την σύλληψη του.

Με την εικόνα ενός άντρα που έχει κυριαρχία και δύναμη, περισσότερο λόγω ηλικίας και πλασματικής ωριμότητας, της ατάκας «Εμένα δεν με νοιάζει το σεξ αλλά τα συναισθήματα που έχουμε ο ένας για τον άλλον», ήταν εύκολο να προκαλέσει τον θαυμασμό και να δώσει την ιδέα του “στηρίγματος”, της ασφάλειας, της αγάπης και της αποδοχής σε ένα παιδί που διανύοντας την εφηβεία, όλα και όλοι του φταίνε. Σε αυτό επένδυσε και από αυτό κέρδισε.

Αυτό το παιδί, λοιπόν, δεν ένιωθε ότι της “έπαιρναν” έναν ερωτικό σύντροφο, αλλά το γερό της στήριγμα στις όποιες δύσκολες στιγμές μπορεί να περνούσε. Οι ερωτικές επαφές που μπορεί να είχαν ήταν επιθυμίες του θύτη και όχι του θύματος. Το θύμα μπορεί να ακολούθησε αυτές, έτσι ώστε να μην χάσει τα συναισθηματικά οφέλη, χωρίς όμως να είναι έτοιμη ψυχικά και σωματικά για μια τέτοια επαφή.

Και επειδή έχουμε την ανάγκη να ρίξουμε το φταίξιμο σε κάποιον, έτσι ώστε να απαλύνουμε το αρνητικό συναίσθημα που μας προκαλεί μια τέτοια είδηση, θα πρότεινα να παρατηρήσουμε λίγο περισσότερο την κοινωνία στην οποία ζούμε και να σκεφτούμε: Μια κοινωνία που δεν προφυλάσσει τα ανήλικα παιδιά από πράξεις βιαιότητας, παρά τα ενθαρρύνει, πώς απαιτεί να μην συμβαίνουν τέτοια πράγματα στις ήσυχες γειτονιές της; Ένα σύστημα Παιδείας που δεν φροντίζει την κοινωνικο – συναισθηματική αγωγή των παιδιών, δεν φροντίζει για την Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση τους από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και όχι της Β Λυκείου, δεν φροντίζει την περαιτέρω επιμόρφωση των γονέων, πώς περιμένει από ένα παιδί να προστατέψει τον εαυτό του από τέτοιου είδους κακοποίηση και αυτοκαταστροφή;»