- Infokids.gr - https://www.infokids.gr -

«Η γάτα που ήθελε να γίνει πουλί»: To υπέροχο κείμενο του Μάνου Ελευθερίου που μας διδάσκει να είμαστε ο εαυτός μας

Άφησε πίσω του ένα δυσαναπλήρωτο κενό αλλά και μια μεγάλη, πολύτιμη, παρακαταθήκη πνεύματος, μέσα από πλήθος ποιητικών συλλογών, στίχων που έντυσαν με αστείρευτη έμπνευση τραγούδια πεζογραφήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, αλλά και παραμύθια.

Ο Μάνος Ελευθερίου φεύγει από τη ζωή, πριν από δύο χρόνια, στις 22 Ιουλίου 2018. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς με πολυσχιδές έργο: στιχουργός τραγουδιών που αγαπήθηκαν πολύ, ποιητής, μυθιστοριογράφος, συγγραφέας παιδικών βιβλίων, ιστορικός, ζωγράφος, επιμελητής φωτογραφικών άλμπουμ, αλλά καισυγγραφέας παιδικών βιβλίων.

Από τα γνωστότερά του είναι τα «Παραμύθια για τον Αυτοκράτορα» και «Η γάτα που ήθελε να γίνει πουλί».

Ένα παραμύθι που μας διδάσκει, ότι το να είμαστε ο εαυτός μας είναι η μεγαλύτερη αρετή.  Εμείς βρήκαμε ένα απόσπασμα και σας το χαρίζουμε για να το διαβάσετε στα παιδιά σας.

«Κάποια μέρα μια γάτα αποφάσισε πως ήθελε κάτι άλλο. Και διάλεξε να γίνει πουλί και ν’ αρχίσει κι εκείνη να τραγουδάει όπως τ’ αηδόνια. Δεν της έφτανε όμως αυτό. Ήθελε να γίνει και μεγάλη τραγουδίστρια της όπερας. Και τα πουλιά που την άκουσαν στενοχωρέθηκαν γιατί δεν την ήθελαν στην παρέα τους ούτε στην οικογένειά τους. Και αφού την κορόιδεψαν για λίγο τη συμβούλευσαν με λόγια γλυκά και φρόνιμα πως εκείνο που ζητούσε είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Πως εκείνη που είχε φάει τόσα πουλάκια στο εξής θα ήταν αδύνατο «να χορταίνει με δυο σπόρους και μια ψίχα του ψωμιού και νερό μια δαχτυλήθρα σαν μπαλίτσα του χιονιού».

«Κρεμασμένο στ’ αυλιδάκι
απ’ το δέντρο ένα κλουβί
και μια γάτα δίπλα κλαίει,
κλαίει και μελαγχολεί.

Κι όλο λέει να τραγουδήσει
να τραβήξει αμανέ
όπως άκουσε μια μέρα
μέσα σ’ έναν καφενέ.

Κι όλο λέει να παραστήσει
πως πουλάκι είναι κι αυτή
και πως τραγουδάει ωραία
κι έχει μουσικό αυτί.

Κι όπως άκουσε γι’ αηδόνια
να μιλούν εκστατικά
έτσι θέλει και για κείνη
να μιλούν προσωπικά.

Να ‘ναι Μπάλτσα, να ‘ναι Κάλλας
και ν’ ανέβει στη σκηνή
και να τραγουδήσει Κάρμεν
με ουράνια φωνή.

Να φορέσει τουαλέτες,
πέρλες και μεταξωτά.
Τα βιολιά να τη ζηλεύουν
και να κλαίνε τα πνευστά.

Να ξεφύγει απ’ τις κουζίνες
και να μένει σε Palais,
να μην τρώει πια κονσέρβες
παρά μόνο μπον φιλέ.

Κι όλο θέλει να πετάξει
σαν χαρταητός ψηλά
να ‘χει μπλε, χρυσά, γαλάζια,
μαύρα, κόκκινα φτερά.

Κίτρινα για το χειμώνα
για την άνοιξη τα γκρι,
να ‘χει πράσινα διαμάντια
στο λαιμό της να φορεί.

———————-

Και περνούν χελιδονάκια
“τσίου τσίου” της γελούν
και περνούν και τ’ αηδονάκια
“τσίου τσίου” της μιλούν.

Σα δε ντρέπεσαι, κυρά μου,
κρίμα στα μουστάκια σου,
που ζητάς να τραγουδήσεις,
θα το πω στον άντρα σου.

Κι αν αυτός έχει μουστάκια,
κρίμα στα μουστάκια του,
που σε ντύνει και θα σ’ έχει
σαν τα μαύρα μάτια του»