“Λαχταρώ να ξαναδώ το παιδί μου να παίζει με τους φίλους του έξω, χωρίς το φόβο του κορωνοϊού”

Βαδίζουμε, αγάλι – αγάλι, πολύ καιρό κλεισμένοι στα σπίτια μας. Κάποιοι ολομόναχοι, κάποιοι με οικογένειες, στον καθένα αναλογούν τα δικά του. Εμείς, λοιπόν, οι γονείς, κρατάμε τα παιδιά μας πεισματικά στο σπίτι, δίχως φίλους, δίχως παιχνίδι στον ήλιο, δίχως δικαιολογίες.

Τα παιδιά μας γνωρίζουν την αλήθεια. Κι ίσως τρομάζουν, ίσως γελούν, ίσως αναμένουν.

Εμάς τους μεγάλους να τους δείξουμε, να τους καθοδηγήσουμε, τάχα πως εμείς γνωρίζουμε παραπάνω. Κι, αλήθεια, πώς να τους πούμε ότι δεν έχουμε ιδέα πώς θα κυλήσει η ζωή μας, η ζωή τους, από δω και στο εξής, πώς να ομολογήσουμε ότι, παρ΄όλο που είμαστε μεγάλοι, φοβόμαστε κι εμείς, σαν μικρά παιδιά, για αυτό που ξημερώνει.

Μα ακόμα κι έτσι, παλεύουμε να τα κρατήσουμε ζωντανά, δραστήρια, ενεργοποιημένα. Να μη χάσουν την εμπιστοσύνη τους στη ζωή, σε ένα καλύτερο αύριο. Να μη λιποτακτήσουν, να μην επηρεαστούν, να μην τα κυριεύσει ένα άγχος απροσδιόριστο, ένας μόνιμος τρόμος, που θα’ γράψει μέσα τους, οριστικά κι αμετάκλητα.

Και παλεύουμε, κυρίως, να τα πείσουμε να μη φοβηθούν, το άγγιγμα, τους ανθρώπους, την επαφή, όταν όλο αυτό θα ‘χει πια τελειώσει.

Κι έπειτα, διχασμένοι, τους ζητάμε, σχεδόν εμμονικά, να πλένουν τα χέρια τους, να μην τα βάζουν στο στόμα, να μην ακουμπούν, τοίχους, επιφάνειες, δένδρα, να μην ακουμπούν τίποτα, αν είναι εφικτό να αιωρούνται. Κι ύστερα πρέπει να τα ξαναπείσουμε ότι η ζωή είναι ωραία, όλα καλώς καμωμένα, να τους εμφυσήσουμε να ζήσουν γενναία και προπάντων ελεύθερα. Και ξέρουμε καλά πως τα λόγια μας βρίσκονται αντιμέτωπα με τις πράξεις μας, που, για την ώρα, είναι καταπιεστικές, υποχόνδριες, παράλογες.

Ακούω καθημερινά τον εαυτό μου να ξεστομίζει λόγια εξωφρενικά, αλλόκοτα, “Ιάσονα, μην πλησιάζεις τις σακούλες του σούπερ μάρκετ! Να τις απολυμάνω πρώτα”.

Και βλέπω έναν Ιάσονα διστακτικό, μαζεμένο, να γυροφέρνει πάνω απ’ τις πλαστικές σακούλες σαν μελισσάκι, να αναμένει στωικά ν’ απολυμανθει το χρυσόχαρτο απ’ τη σοκοφρέτα, με μάτια που πεταρίζουν.

Κι έπειτα, γυρίζοντας από μια σύντομη βόλτα, ζητώ επιτακτικά να ξεντυθεί, απ’ την εξώπορτα κιόλας, να μην αγγίξει σπιθαμή, να μην αγγίξει το γάτο, το πάτωμα, το τραπέζι, να σαπουνίσει γερά τα χέρια του κι έπειτα να επιστρέψει στην ‘κανονική’ του ζωή.

Κι αυτή, η ‘κανονική’ πια ζωή, είναι παιχνίδι με τους φίλους μέσα από βιντεοκλήσεις, μέσα από tablet και κινητά, κι ο Ιάσονας τρέχει να αναποδογυρίσει όλες τις κούτες με τα παιχνίδια του μπροστά στην οθόνη, “έλα να παίξουμε”, λέει στο φιλαράκι κι αρχίζει να μοστράρει φορτηγά και ξίφη, κι ύστερα βάζει τη στολή του spiderman και βολοδέρνει σ’ όλο το δωμάτιο κι ο φίλος ακολουθεί παρέα, πίσω από τη δική του οθόνη. Δίχως επαφή ανθρώπινη, δίχως μύξες και αγκαλιές. Κι έπειτα η βόλτα, ο “προαυλισμός”, γύρω από τα τετράγωνα του σπιτιού κι όταν δούμε κόσμο μπόλικο το βάζουμε στα πόδια.

“Μην αγγίζεις το ασανσέρ, μην ακουμπάς το χερούλι της εξώπορτας, μη ζεις, μην αναπνέεις.”

Κι έχουμε όλοι οι γονείς παιδιά, που τριγυρίζουν μέσα στο σπίτι, εικοσιτετράωρα ολόκληρα, και ζητούν από εμάς να είμαστε παρόντες, διαθέσιμοι, πρωτότυποι και χαμογελαστοί. Και το πράττουμε. Και γεμίζουμε τις ώρες τους παιχνίδια, κι άλλα παιχνίδια, δραστηριότητες στο μπαλκόνι, στο σαλόνι, στην κρεβατοκάμαρα. Και έρχονται πολλές στιγμές που δεν έχουμε κουράγια για άλλα παιχνίδια, ούτε διάθεση, ούτε άλλα χαμόγελα κι ούτε εναλλακτική.

Και πρέπει να φανούμε δυνατοί κι οργανωμένοι, ακόμα κι αν το μοναδικό πράγμα που θέλουμε να κάνουμε είναι να κλειδωθούμε μέσα στο μπάνιο και να κλάψουμε.

Και θα το κάνουμε. Και θα κάνουμε κι άλλα πολλά. Θα χάσουμε την ψυχραιμία μας, θα βάλουμε τις φωνές, θα ευχηθούμε να μπορούσαμε να τους πούμε να φάνε ολόκληρη τη σακούλα με τα μπισκότα, που τόσο επιτακτικά ζητάνε, ή να δουν ένα σκασμό επεισόδια απ’ τ’ αγαπημένα τους παιδικά.

Κι ύστερα, ξέρουμε, ως ενήλικες, πως όλο αυτό είναι για το καλό μας. Κι όταν ο μικρός ρωτά πότε θα φύγει το μικρόβιο, του απαντώ πως οι επιστήμονες είναι κλεισμένοι στα εργαστήρια και ψάχνουν το μαγικό φίλτρο. “Και θα το βρουν;” με ρωτά τότε με μάτια ανοιγμένα σαν βερίκοκα από την αγωνία, “να’ σαι σίγουρος πως θα το βρουν”, του απαντώ γλυκά και μειλίχια. Ακόμα κι αν δε ξέρω το πότε και το πώς.

Μα κείνο που σίγουρα ξέρω, είναι πόσο λαχταρώ να τον ξαναδώ να κυλιστεί με φίλους σε ένα γρασίδι, να παίξει, να ρημάξει τα πόδια και τα γόνατα, κι ύστερα να ‘ρθει στην κουζίνα, με χέρια ζεστά ακόμα απ’ το παιχνίδι, ν’ αρπάξει μια τηγανητή πατάτα απ’ την πιατέλα.

Κι ορκίζομαι πως δε θα του ζητήσω να πλύνει τα χέρια, μονάχα θα του κλείσω συνωμοτικά το μάτι!

Βανέσα Αδαμοπούλου