Οι θεωρίες της εξελικτικής ψυχολογίας για την γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών

Η γλώσσα στη λειτουργική της μορφή έχει δύο διεργασίες: την κατανόηση και την έκφραση. Η κατανόηση, σε όλα τ αεπίπεδα της γλωσσικής ανάλυσης, προηγείται της έκφρασης, π.χ. στο επίπεδο των φθόγγων έχει διαπιστωθεί ότι το βρέφος, από τη γέννηση του ακόμα, μπορεί να διακρίνει τους γλωσσικούς φθόγγους και τους άλλους ήχους στο περιβάλλον του.

Διάφορες θεωρίες έχουν διατυπωθεί για την γένεση και την απόκτηση της γλώσσας. Ο  Lenneberg υποστήριζει ότι η εκμάθηση της γλώσσας προϋποθέτει βιολογική ετοιμότητα και ότι υπάρχει στενή παραλληλία ανάμεσα στη ψυχοκινητική και στη γλωσσική ανάπτυξη. Την τελευταία 20ετία δύο αντιθετικές  έχουν διατυπωθεί και κυριαρχούν στη μελέτη της απόκτησης της γλώσσας: η εμπειριοκρατική άποψη του Skinner  και η γενετική άποψη του Noam Chomsky. Ο Skinner ξεκινάει από τη συμπεριφοριστική άποψη ότι η γλώσσα είναι αποτέλεσμα μάθησης και ότι οι κύριες διαδικασίες στην απόκτηση της γλώσσας είναι η ενίσχυση, η άσκηση και η μίμηση. Ο Chomsky αντίθετα υποστηρίζει ότι το ανθρώπινο νευρικό σύστημα είναι προγραμματισμένο για να μάθει τη γλώσσα. Η θεωρία του Chomsky για τη γενετική γραμματική δέχεται ότι υπάρχει ένας εγγενής μηχανισμός εκμάθησης της γλώσσας, ο οποίος αναλύει το γλωσσικό υλικό που έχει γνωρίσει το παιδί κάθε φορά και καθορίζει τις »κανονικότητες», τους γραμματικούς κανόνες, που διέπουν το υλικό αυτό. Οι δύο αυτές θεωριτικές απόψεις , δεν είναι τόσο αντιφατικές όπως φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Η διαφορά τους έγκειται κυρίως στην πλευρά της γλωσσικής ανάπτυξης που τονίζουν περισσότερο: οι συμπεριφοριστές τονίζουν τις μεθόδους άσκησης για την απόκτηση της γλώσσας, ενώ οι γενετικοί τονίζουν το περιεχόμενο της γλώσσας το οποίο αποκτάται.