Οι χαζομαμάδες

10306766_287197738107722_5085384464466573231_nΑπρίλιος! Πριν λίγες μέρες είχε γενέθλια η κόρη μου η Κ. Έγινε 12 ετών! Και επειδή είναι ανοιξιάτικες και χαρούμενες ημέρες με πουλάκια και λουλούδια…αυτή τη φορά δεν θα σου γκρινιάξω για κάτι, αγαπητό μου ημερολόγιο!

Θα σου διηγηθώ μια ιστορία που θυμήθηκα, με αφορμή τα γενέθλια της κόρης μου, για να δεις πόσο χαζομαμά ήμουν -με όλη την πραγματική έννοια της λέξης «χαζή»- όταν το πρώτο μου μωρό ήταν σχεδόν νεογέννητο: Τον Ιούνιο του 2003 αποφάσισα να μαζέψω τα πράγματά μου και να πάω για ένα μήνα στην Πάρο, στο σπίτι της κολλητής μου της Α. Το μωρό μου τότε ήταν σχεδόν 3 μηνών. Πολλές ετοιμασίες, πολλά πράγματα! Θυμάσαι πόσα συμπράγκαλα κουβαλάς όταν έχεις μωρό και πόσο άγχος έχεις να μην σου λείψει τίποτα από τη μωρουδιακή σου ρουτίνα; Φορτώσαμε λοιπόν το αυτοκίνητό μας, μπήκαμε μέσα εγώ, ο άντρας μου, το μωρό και η νταντά και τραβήξαμε για τον Πειραιά. Εκεί συναντηθήκαμε με την κολλητή μου την Α, τον άντρα της, το μωρό της που ήταν περίπου 10 μηνών και τη νταντά του. Ήμουν τόσο χαρούμενη που είχαμε και οι δύο μωρά, που θα μιλούσαμε χωρίς ενοχές όλη μέρα για θηλασμούς, πάνες, μπιμπερό κτλ.

Με την Α από μικρές είχαμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα, με τα οποία ασχολιόμασταν σχεδόν εμμονικά όλη μέρα, όπως τα πατίνια μας, τις μπάλες του βόλεϊ τις οποίες είχαμε αγοράσει και δεν τις παίζαμε για να μην λερωθούν. Τις είχαμε όλη μέρα αγκαλιά και τις σκουπίζαμε με χαρτί και οινόπνευμα!

Για να επανέλθω λοιπόν στο ταξίδι στην Πάρο, ανεβήκαμε στο πλοίο και σε όλο το ταξίδι ήμασταν χωριστά από τους άλλους και μιλούσαμε ακατάπαυστα για τα μωρά μας. Ήμασταν ίδιες όπως τότε με τις μπάλες, αλλά αυτή τη φορά είχαμε τα μωρά μας αγκαλιά. Εγώ το θήλαζα και η Α μόλις είχε τελειώσει, αλλά το μωρό της ήταν πολύ φωνακλάδικο και όταν δεν έτρωγε ούρλιαζε με τρομερά δυνατή φωνή. Όταν ακούστηκε η ανακοίνωση ότι φτάσαμε στο λιμάνι της Πάρου, σηκωθήκαμε όλοι, τακτοποιηθήκαμε όπως γίνεται πάντα και οργανωθήκαμε: Οι μπαμπάδες κατέβηκαν στο γκαράζ για να βγάλουν τα αυτοκίνητα μαζί με τις νταντάδες. Εμείς με τα μωρά μας περιμέναμε να κατεβούμε μαζί με το πλήθος από τις σκάλες και δώσαμε ραντεβού μες τους άλλους στην αποβάθρα, ώστε να μπούμε στα αυτοκίνητα. Να σημειώσω εδώ ότι έδωσα τα πάντα, ακόμα και την τσάντα του χεριού που είχα το κινητό μου μέσα για να μην είναι η ακτινοβολία δίπλα στο μωρό, το ίδιο και η Α. Ήμασταν δηλαδή μόνο εμείς και τα μωρά στην κορυφή της σκάλας, περιμένοντας να ξεκινήσει το πλήθος να κατεβαίνει. Επειδή είχε πολύ κόσμο, είχαμε αρκετή ώρα μπροστά μας ώστε να αδειάσουν οι σκάλες. Εμείς μιλάγαμε με τις ώρες. Δεν θυμάμαι τι ακριβώς λέγαμε, θυμάμαι όμως να έχω εικόνα μόνο της φίλης μου και των μωρών μας, τίποτε άλλο. Είχαμε φτιάξει έναν δικό μας χαρούμενο κόσμο, τον κόσμο των νέων μαμάδων, και μιλούσαμε μεταξύ μας σαν να μην υπάρχει κανείς και τίποτα γύρω μας. Δεν έχω καμία εικόνα του τι γινόταν γύρω μας, ακριβώς όπως όταν είσαι ερωτευμένος. Εξαφανίζονται τα πάντα εκτός από το πρόσωπο του αγαπημένου σου. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν απέχει και πολύ η γέννηση ενός παιδιού από την εποχή που είσαι ερωτευμένος. Είναι σχεδόν η ίδια αίσθηση.

Καθώς λοιπόν είμαστε με τα μωρά μας σε αυτόν τον δικό μας κόσμο, κάτι μας ξύπνησε σαν από όνειρο. Η θέα του λιμανιού της Πάρου να απομακρύνεται. Είχαμε ξεχαστεί! Το πλοίο έφυγε κι εμείς ήμασταν ακόμα στις σκάλες, μιλώντας και περιμένοντας να αδειάσουν για να κατέβουμε! Χωρίς τσάντα, χωρίς κινητά, χωρίς λεφτά, χωρίς ούτε μισή πάνα για τα μωρά μας, χωρίς το γιαουρτάκι του μωρού της Α που σε λίγη ώρα θα άρχιζε να ουρλιάζει…ευτυχώς εγώ θήλαζα άρα είχα τρόπο να το ταΐσω. Απελπισία! Τόσο ούφο; Τόσο άχρηστες; Τόσο ανεύθυνες απέναντι στα μωρά μας; Θυμάμαι αρχίσαμε να τρέχουμε να βρούμε κάποιον του πληρώματος, να ζητήσουμε να σταματήσει το πλοίο και να γυρίσει πίσω, πράγμα που δεν γίνεται βέβαια, αλλά μέσα στην απελπισία μας είχαμε την αφέλεια να το ελπίζουμε. Καθώς τρέχαμε, η Α άρχισε να κλαίει δυνατά και γοερά, αρθρώνοντας μόνο το φωνήεν Α. Μου θύμισε θρήνο μαυροφορεμένης σε χωριό. Εγώ έκλαιγα επίσης, αλλά πιο εσωτερικά γιατί είχα συναίσθηση του ότι με βλέπουν όλοι οι υπόλοιποι επιβάτες και ακούγοντας τον δυνατό θρήνο της Α άρχισα να ντρέπομαι και να μου έρχονται και γέλια μαζί με το σιωπηλό μου κλάμα. Πρέπει να ήμασταν πολύ αστείο θέαμα…Ευτυχώς -αυτά είναι τα καλά του επαγγέλματος- με αναγνώρισαν και μας ανέλαβε κάποιος από το πλήρωμα, μας οδήγησε στη γέφυρα και μας καθησύχασε ο καπετάνιος. Όσο μας κάνω εικόνα τώρα που το γράφω θα ήθελα να είμαι επιβάτης και να το βλέπω. Πρέπει να ήμασταν κάτι παραπάνω από αστείες έως και γελοίες! Θα είχαμε διασκεδάσει πολύ κόσμο…δύο τρελές με τα μωρά στην αγκαλιά να τρέχουν μέσα στο πλοίο κλαίγοντας! Μας περιποιήθηκαν, μας πήγαν στο VIP Lounge και το πιο αστείο ήταν ότι έβγαλαν την εξής ανακοίνωση: «Όποιος έχει πάνες και γιαουρτάκια για παιδιά και διατίθεται να τα δώσει, ας προσέλθει στη ρεσεψιόν».

Το πλοίο θα πήγαινε Σαντορίνη και θα ξαναγυρνούσε Πάρο, το οποίο ήταν αρκετές ώρες. Όταν ηρεμήσαμε κάπως, σκεφτόμασταν τους άντρες μας οι οποίοι θα περίμεναν τις ημίτρελες γυναίκες τους -που ήδη τους είχαμε ζαλίσει στο πλοίο με τα ολοκαίνουργια μωρά μας- να κατέβουν από το πλοίο και δεν κατέβηκαν ποτέ!!! Ο Ε ο άντρας μου, μού είχε θυμώσει φυσικά. Όταν επιτέλους έφτασε το πλοίο στην Πάρο και μας είδαν οι άντρες μας στα αλήθεια να κατεβαίνουμε με ύφος «Έχω κάνει βλακεία αλλά είμαι και λίγο χαριτωμένη», μας έβαλαν στο αυτοκίνητο και όπως ήταν φυσικό τα ακούσαμε λιγάκι. Όμως, ήταν τόσο κωμικοτραγικό αυτό που πάθαμε, που δεν κρατήθηκαν και μετά τον εξάψαλμο έσκασε λίγο το χειλάκι τους.

Μετά φυσικά έγινε γνωστό σε όλους τους φίλους και γνωστούς στο νησί και ακόμα μας κοροϊδεύουν. Ήμασταν χαζομαμάδες με τα όλα τους!