“Στα πρώτα χρόνια μας ως νέοι γονείς ο γάμος μας ήταν έτοιμος να διαλυθεί -τι τον έσωσε;”

Έχεις πάντα στο μυαλό σου, τα πρώτα χρόνια της σχέσης ή του γάμου σου με έναν άνθρωπο που σέβεσαι και εκτιμάς, ότι κάποια στιγμή θα έρθουν δυσκολίες τις οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίσετε μαζί, όμως, τίποτα δεν σε προετοιμάζει για τη χιονοστιβάδα δύσκολων συναισθημάτων που βιώνεις τα πρώτα χρόνια του γάμου σου και ειδικά αφού γίνεσαι γονιός. Η εξομολόγηση της Ashley Case αφορά πολλούς από εμάς:

«Κάποια στιγμή, στα πρώτα χρόνια του γάμου μας, πιάσαμε τον εαυτό μας να γελά λιγότερο και να νευριάζει περισσότερο. Αρχίσαμε να μετράμε ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο, κρατούσαμε μνησικακίες και αφήναμε τις μικρές διαφωνίες να γίνουν μεγάλες μάχες. Ήμασταν τόσο κολλημένοι στις δικές μας κοσμοθεωρίες, σε συναισθήματα και ανάγκες που παραμελήσαμε ο ένας τον άλλον. Αρνούμασταν ότι είμαστε εξίσου υπεύθυνοι για τις άσκοπες διαφωνίες και τις μάχες μας. Δεν ήμασταν πια το ίδιο ζευγάρι που είχαμε ξεκινήσει κάποτε.

Χωρίς να το συνειδητοποιήσω, έκανα τα πράγματα χειρότερα. Ο τρόπος που αντιμετώπιζα τις συγκρούσεις έφερνε τον άντρα μου προ τετελεσμένης αποτυχίας και προκαλούσε περαιτέρω αποσύνδεση μεταξύ μας. Επέμενα στα λάθη του και σε αυτά που ένιωθα να με προσβάλουν, περιμένοντας πάντα να επανορθώνει για όλους τους τρόπους που με απογοήτευε. Ξεφόρτωνα τα συναισθήματά μου, ζητούσα ενσυναίσθηση και μετά “έκλεινα” ή έφευγα όταν δεν ανταποκρινόταν με τον τρόπο που ήθελα.

Έπειθα τον εαυτό μου ότι αυτό είναι το πρόβλημα – δεν ήταν αρκετά ευαίσθητος, αρκετά ρομαντικός ή αρκετά διαθέσιμος. Τον κατηγορούσα για την αλλαγή της σχέσης μας. Τον κατηγορούσα κάθε φορά που ανταλλάσσαμε ένα φιλί καληνύχτας για την παγωμάρα μεταξύ μας στο κρεβάτι.

Κατά το αποκορύφωμα ενός αξέχαστου καβγά, στον δεύτερο χρόνο του γάμου μας, η λέξη διαζύγιο έσπασε τη σιωπή. Η λέξη ήταν περισσότερο δήλωση και απειλή, παρά ερώτηση. Ήμασταν και οι δύο γεμάτοι θυμό και λύπη – συναισθήματα που τελικά εξασθένισαν σε σύγχυση και ήττα, από μια επόμενη παρανόηση. Αλλά η ιδέα μιας ζωής χωρίς ο ένας τον άλλον ήταν το καμπανάκι της αφύπνισης που χρειαζόμασταν. Αποφασίσαμε ότι η σχέση μας άξιζε να το παλέψουμε.

Ο γάμος μας έμοιαζε διαλυμένος, αλλά δεν ήταν.

Ήμασταν τόσο επικεντρωμένοι στον εαυτό μας και σε ό, τι νομίζαμε ότι έπρεπε να κάνουμε που αφήσαμε τον γάμο μας να ‘φροντιστεί΄ μόνος του. Σκεφτήκαμε ότι η σκληρή δουλειά της επιλογής του “σωστού” συντρόφου είχε ήδη γίνει – μπορούσαμε να την διαγράψουμε από τη λίστα των υποχρεώσεων. Αντί να μεγαλώνουμε μαζί, αρχίσαμε να μεγαλώνουμε χώρια. Συνεργαζόμασταν περισσότερο σαν συγκάτοικοι παρά σύζυγοι – δύο άτομα που ξόδευαν περισσότερο χρόνο στον σκύλο τους παρά ο ένας στον άλλο.

Χρειάστηκε να αλλάξουμε τον τρόπο που σκεφτόμασταν για τον γάμο.

Μας πήρε λίγο χρόνο για να καταλάβουμε τι πήγε στραβά και πώς θα μπορούσαμε να επιδιορθώσουμε μερικές από τις ζημιές στη σχέση μας, αλλά το να παραδεχτούμε ότι χάσαμε ήταν το πρώτο βήμα.

Αρχικά παρατηρήσαμε άλλα ζευγάρια – αυτά που φαινόταν χαρούμενα – και αναρωτηθήκαμε τι έκαναν διαφορετικά από εμάς. Αναρωτηθήκαμε πώς το έκαναν να φαίνεται τόσο εύκολο. Ίσως χρειαζόμασταν απλώς περισσότερες διακοπές, περισσότερο σεξ ή περισσότερα δώρα;

Τελικά, δεν υπήρχε κάποια εύκολη λύση για τα προβλήματά μας. Μόνο όταν ξαναεστιάσαμε ο ένας στον άλλο ανακαλύψαμε κάποιες συνήθειες και συμπεριφορές που έπρεπε να αλλάξουν.

Το πρώτο (και πιο δύσκολο) βήμα ήταν να αφήσουμε πίσω το «εγώ» μας και να ασχοληθούμε με τους λόγους για τους οποίους ήμασταν τόσο αμυντικοί και γρήγοροι στο να κατηγορούμε ο ένας τον άλλον.

Το δεύτερο ήταν να σταματήσουμε να αποφεύγουμε τις δύσκολες συζητήσεις και το να κρυβόμαστε από τα προβλήματά μας.

Και το τρίτο βήμα ήταν να σταματήσουμε να συγκρίνουμε τη σχέση μας με άλλα ζευγάρια (πραγματικά ή φανταστικά), τα οποία αναπόφευκτα μας άφηναν να αισθανόμαστε ανεπαρκείς.

Έπρεπε να προσαρμόζουμε τις προτεραιότητές μας, ώστε να μπορέσουμε να δουλέψουμε στην «επισκευή» της σχέσης μας. Έπρεπε να συμφωνήσουμε στην κοινή πρόθεση να δημιουργήσουμε το είδος της σχέσης που θέλαμε – μια σχέση στην οποία πραγματικά εκτιμούμε ο ένας τον άλλον, υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλον και αισθανόμαστε ασφαλείς να μοιραζόμαστε τις ελπίδες και τα όνειρα και τους φόβους μας.

Συνειδητοποιήσαμε ότι το να κάνουμε μια βόλτα ή να κάτσουμε παρέα στην βεράντα ήταν πολύ πιο ικανοποιητικό από το να χαζεύουμε αμίλξητοι την τηλεόραση.

Συνειδητοποιήσαμε ότι το να αγνοούμε ο ένας τον άλλο μέχρι την Παρασκευή το βράδυ δεν ήταν ακριβώς ο καλύτερος τρόπος για να ξεκινά το Σαββατοκύριακο και δεν με ενέπνεε καμία ζεστασιά.

Συνειδητοποιήσαμε ότι ο μόνος τρόπος να προχωρήσουμε πέρα ​​από τις δυσκολίες μας ήταν να κάνουμε χώρο για τις άβολες, ευάλωτες και μερικές φορές οδυνηρές συνομιλίες που συχνά αποφεύγαμε.

Συνειδητοποιήσαμε ότι κάνοντας τον γάμο μας προτεραιότητα σήμαινε ότι έπρεπε να είμαστε πρόθυμοι να παραδεχτούμε τα λάθη μας και να εμπιστευτούμε ο ένας τον άλλον για να προχωρήσουμε πέρα ​​από αυτά.

Όταν γίναμε γονείς, έπρεπε να μάθουμε εκ νέου τη σημασία (αναγκαιότητα) του να βρίσκουμε χρόνο ο ένας για τον άλλο. Ήταν δελεαστικό να αγνοούμε τις ανάγκες μας προκειμένου να δίνουμε στα αγόρια μας αυτό που ζητούσαν (δηλαδή όλη την προσοχή που θα μπορούμε να τους δώσουμε), αλλά αυτό που πραγματικά χρειαζόντουσαν είναι δύο γονείς που αγαπούν ο ένας τον άλλον, εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο και πολεμούν ο ένας για τον άλλον περισσότερο από όσο πολεμούν ο ένας ενάντια στον άλλο.

Χρειάζονται γονείς που ενδιαφέρονται λιγότερο για το πώς φαίνονται στο Facebook και περισσότερο για το πώς φαίνονται ο ένας στον άλλο.

Και μπορούμε να δούμε τώρα ότι δεν χρειαζόμαστε έναν παραμυθένιο γάμο για να είμαστε ευτυχισμένοι ή ακόμη και για να είμαστε καλοί γονείς. Πρέπει απλώς να αγαπάμε ο ένας τον άλλον για αυτό που είμαστε, να συγχωρούμε ο ένας τον άλλο για τις ελλείψεις μας και να χαιρόμαστε για τον γάμο που έχουμε. Εάν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, το ‘εμείς καλύτερα’ θα έρθει μόνο του.»