Στην τρυφερή ηλικία των 11 ετών, ο Λάμπης Παυλόπουλος έκανε την Ελλάδα περήφανη, κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κουνγκ Φου στην Κίνα.
Με ωριμότητα που ξεπερνά την ηλικία του, πειθαρχία και ψυχή πρωταθλητή, απέδειξε πως η επιτυχία χτίζεται με επιμονή, θυσίες και αγάπη γι’ αυτό που κάνεις.
Στο πλευρό του, η μητέρα του Ελένη Φωτοπούλου, που έζησε βήμα-βήμα την αγωνία, τον κόπο και τη χαρά της μεγάλης διάκρισης. Μαζί, σε μια συνέντευξη στο Infokids.gr, μιλούν για την προετοιμασία, τις στιγμές αμφιβολίας, την αξία του προπονητή και το πιο μεγάλο μάθημα ζωής που άφησε αυτή η εμπειρία: πως ο πρωταθλητισμός δεν είναι μόνο μετάλλια, αλλά χαρακτήρας και καρδιά.

1. Πώς ένιωσες τη στιγμή που άκουσες τον Εθνικό ύμνο και συνειδητοποίησες ότι είχες κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Κουνγκ Φου;
Θα κάνει εντύπωση και σε εσάς μάλλον αυτό που θα πω. Λοιπόν, στην Κίνα, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, δεν ακούγονται οι εθνικοί ύμνοι δυστυχώς. Παίζει η ίδια αδιάφορη μουσική για όλους. Στο Πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα φέτος πήρα χάλκινο μετάλλιο κι έτσι ούτε κι εκεί άκουσα τον εθνικό ύμνο. Το έχω βάλει όμως στόχο, στο επόμενο πανευρωπαϊκό θα κυνηγήσω το χρυσό για να ακουστεί ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Έτσι κι αλλιώς εμείς για το εθνόσημό μας αγωνιζόμαστε. Για να τιμήσουμε την πατρίδα μας. Ο εθνικός ύμνος ακούγεται μέσα μας κάθε δευτερόλεπτο της προσπάθειας μας.

2. Πόσο δύσκολη ήταν η προετοιμασία σου για ένα τόσο υψηλό επίπεδο αγώνων και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που χρειάστηκε να ξεπεράσεις;
Η προετοιμασία κράτησε 4 μήνες περίπου. Δηλαδή σε όλη τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών του σχολείου. Η πιο δύσκολη πρόκληση ήταν αυτή. Οι φίλοι και οι συμμαθητές μου ζούσαν την ξεγνοιασιά του καλοκαιριού την ίδια στιγμή που εγώ έκανα προπόνηση 6 ώρες καθημερινά. Αυτό ήταν δύσκολο. Στεναχωρήθηκα αρκετές φορές για το καλοκαίρι που ένιωθα να χάνω αλλά ταυτόχρονα ήξερα πως ο στόχος ήταν πολύ μεγάλος και έπρεπε να μείνω πιστός στην υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου, στον προπονητή μου και στους γονείς μου.

3. Ο πατέρας σου, Άκης Παυλόπουλος, μίλησε με συγκίνηση για σένα στον “αέρα” της εκπομπής. Τι σημαίνει για σένα η στήριξη και η περηφάνια της οικογένειάς σου;
Ο μπαμπάς μου ήταν μακριά μας. Ταξίδεψα με τη μητέρα μου και την αδερφή μου. Μου έλειπε πολύ, κάθε λεπτό. Είχα μεγάλη αγωνία να τον κάνω περήφανο. Όμως ταυτόχρονα ήξερα πως θα ήταν περήφανος για μένα ακόμα κι αν δεν ανέβαινα στο βάθρο. Ακόμα κι αν έπαιρνα την τελευταία θέση πάλι περήφανος θα ήταν, πάλι θα έβρισκε μια όμορφη κουβέντα να μου πει. Αυτό είναι μεγάλη δύναμη. Να ξέρεις πως η αγάπη και περηφάνεια των γονιών σου δεν κρίνεται από κανένα αποτέλεσμα. Είναι πάντα εκεί.

4. Ποια είναι τα επόμενα όνειρά σου μετά από αυτή τη μεγάλη επιτυχία; Σκέφτεσαι να συνεχίσεις στον πρωταθλητισμό ή έχεις και άλλους στόχους;
Έχω μπροστά μου το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα και ύστερα το Πανευρωπαϊκό στη Λυών. Όταν ήμουν στην Κίνα ονειρευόμουν τη στιγμή που θα ξεκουραστώ μετά την επιστροφή μου στο σπίτι. Τη στιγμή που θα παίξω λίγο μπάσκετ, το οποίο απέφευγα για να μην τραυματιστώ. Μετά την πρώτη μέρα ξεκούρασης όμως γύρισα στην προπόνηση. Το Kungfu είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Το κάνω σχεδόν όλη μου τη ζωή. Η σχολή μας είναι το δεύτερο μου σπίτι.

5. Λένε ότι τα ατομικά αθλήματα έχουν πολλή μοναξιά. Είναι έτσι; Οι συναθλητές σου είναι αντίπαλοι ή είστε ομάδα;
Και τα δυο ισχύουν. Εκείνα τα δευτερόλεπτα του αγώνα είσαι μόνος σου. Κανείς δεν θα σου δώσει πάσα. Η νίκη και η ήττα είναι μόνο δική σου. Όμως ταυτόχρονα η φωνή του συναθλητή σου που σου φωνάζει να τα δώσεις όλα είναι σημαντικότερη κι από την καλύτερη assist. Στην προπόνηση είμαστε ομάδα. Κι εμείς στον Άγιο Στέφανο έχουμε μια υπέροχη ομάδα. Η Μελίνα Σπυρίδη, ο Κώστας Λιάπης, ο Οδυσσέας Θεοδώρου, ο Στέφανος Λινάκης και ο Ανδριανός Σεϊτανίδης είναι τα «αδέρφια» μου σε αυτό το δεύτερο σπίτι μου. Ιδρώνουμε μαζί, κλαίμε μαζί, πεισμώνουμε μαζί, βάζουμε στόχους μαζί, απολαμβάνουμε τις επιτυχίες μαζί. Και σε όλα αυτά ο δάσκαλός μας που πάντοτε λέει πως η νίκη του συναθλητή σου είναι και δική σου νίκη.
Μετά τη συγκινητική αφήγηση του μικρού Λάμπη, ζητήσαμε από τη μητέρα του, τη δημοσιογράφο Ελένη Φωτοπούλου, να μας περιγράψει πώς έζησε εκείνη αυτό το ταξίδι – τη ματιά της μαμάς που βλέπει το παιδί της να αγωνίζεται, να πονά, να επιμένει και τελικά να δικαιώνεται.

Ως μητέρα ενός παιδιού που πέτυχε κάτι τόσο μεγάλο, πώς βιώνετε τη στιγμή αυτή; Είναι περισσότερο χαρά, συγκίνηση ή μια αίσθηση δικαίωσης για όλους τους αγώνες που προηγήθηκαν;
Θα έλεγα πως είναι περισσότερο μια ανακουφιστική αίσθηση δικαιοσύνης. Γιατί ο αθλητής, στη διάρκεια της διαδρομής, βλέπει κυρίως τον στόχο. Η μάνα όμως, ο γονιός βλέπει όλα τα άλλα. Είδα το παιδί μου να τραυματίζεται, να χάνει στιγμές ξεγνοιασιάς και ξεκούρασης τόσο αναγκαίας, να πιέζεται ασφυκτικά. Είδα τα ψυχικά του σκαμπανεβάσματα. Το σήκωνα συχνά από το κρεβάτι με τα χέρια. Τον είδα να παλεύει με τον ίδιο τον εαυτό και τις αντοχές του. Εκείνος εκεί, στον στόχο! Εγώ σε μια διαρκή αμφιταλάντευση ανάμεσα στο «μήπως έπρεπε να τον έχω αποτρέψει» και στο «ευτυχώς που δεν τον απέτρεψα». Η διάκριση λοιπόν, η επίτευξη του στόχου ήταν για μένα ο ερχομός μια τέλειας ισορροπίας. Η επιβεβαίωση πως όλα όσα έγιναν, καλώς έγιναν.
Νομίζω πως κάθε μαμά, κάθε γονιός που βλέπει το παιδί του σε μια πορεία πρωταθλητισμού ζει διαρκώς με την αγωνία για το αν αξίζει τελικά το παιδί να περνάει μέσα από αυτή την τόσο δύσκολη και οριακή πρόκληση. Όμως τελικά, άσχετα με τις νίκες και τις ήττες, τα παιδιά αυτά διδάσκονται μέσα από αυτή τη διαδικασία το σημαντικότερο μάθημα της ζωής τους: το πως να σηκώνεσαι μετά από μια πτώση. Είδα πολλά παιδιά σε αυτό το πρωτάθλημα, σπουδαίους αθλητές, να χάνουν το βάθρο. Πέντε λεπτά αργότερα τα έβλεπα χαρούμενα, να φωνάζουν υποστηρίζοντας τον συναθλητή τους που αγωνιζότανε. Δεν ξέρω αν εγώ θα μπορούσα να το κάνω. Δεν ξέρω πώς έβρισκαν τα ψυχικά αποθέματα να ξεπεράσουν τόσο γρήγορα μια αποτυχία, η οποία μάλιστα ήρθε μετά από μια τόσο κοπιαστική και επώδυνη διαδικασία. Αλλά για αυτό εγώ δεν είμαι πρωταθλήτρια ενώ εκείνα είναι.

Στο κείμενο που δημοσιεύσατε μετά την επιτυχία, περιγράφετε με μεγάλη ένταση τις στιγμές αγωνίας, κόπου και συγκίνησης. Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή για εσάς σε όλη αυτή τη διαδρομή του Λάμπη;
Το καλοκαίρι! Οι καλοκαιρινές διακοπές. Οι φίλοι του έκαναν μπάνια, έτρωγαν παγωτά και κρέπες, ξενυχτούσαν. Εκείνος εγκλωβισμένος σε ένα αυστηρό πρωτόκολλο προετοιμασίας. Σπάνια παραπονιόταν αλλά όταν το έκανε ήθελα να τον πάρω αγκαλιά και να του πω: «πάμε για κρέπες» ή «αύριο θα πάμε για μπάνιο αντί για προπόνηση». Δεν το είπα! Δεν το ζήτησε. Ήταν μια σιωπηρή μεταξύ μας συμφωνία που έλεγε πως έχουμε μπροστά μας πολλά καλοκαίρια και πως τα παγωτά μπορούν να περιμένουν. Έχει ένα κόστος όμως αυτό. Ψυχικό κυρίως. Και ήταν φέτος για πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πόσο αναγκαία είναι η συνθήκη αυτών των τριών μηνών ξεγνοιασιάς για κάθε παιδί. Δεν είναι που δεν έχουν σχολείο, διάβασμα, υποχρεώσεις, είναι που έχουν την ευκαιρία να είναι παιδιά. Απλά και μόνο παιδιά.
Ο ρόλος του προπονητή στο δρόμο προς την επιτυχία είναι καθοριστικός ή ένα παιδί θα ξεχωρίσει όπως κι αν έχει, αν είναι πλασμένο γι’ αυτό;
Είναι αδιαμφισβήτητα καθοριστικός. Το ταλέντο, το φυσικό χάρισμα χρειάζεται σμίλευση. Από μόνο του δεν λέει τίποτα. Μπορεί να έχεις το καλύτερο μάρμαρο αλλά ο γλύπτης είναι εκείνος που θα το κάνει έργο τέχνης. Ειδικά σε ένα ατομικό άθλημα η σχέση του προπονητή με τον αθλητή είναι θεμελιώδης. Το δέσιμο τους ή και οι κόντρες τους ακόμα, οι διαφωνίες τους είναι μια συνθήκη διαρκείας και πολλές φορές εξαιρετικά έντονη. Όσο πιο ψηλά φτάνουν οι δύο τους τόσο πιο έντονα και δύσκολα είναι όσα διαχειρίζονται.
Ο Λάμπης έχει την τύχη να έχει δίπλα του έναν πραγματικά σπουδαίο δάσκαλο. Έναν άνθρωπο που πίστεψε σε εκείνον, τον έπιασε από το χέρι και του είπε μαζί θα τον τραβήξουμε τον δρόμο. Έναν άνθρωπο που δεν του χαρίζεται. Που του λέει τις αλήθειες, του δίνει δύναμη για να πατάει γερά στα πόδια του. Τίποτα από όσα πέτυχε ότι παιδί μου, ούτε καν η ίδια η αγάπη του για το Kung fu δεν θα ήταν ίδια χωρίς τον Κώστα Μπαρζούκα. Και είμαι σίγουρη πως όλα όσα κάνει ο Λάμπης έχουν κυρίαρχο στόχο την δικαίωση των προσδοκιών τους.

Γράφετε πως “δεν είναι το αποτέλεσμα που σας κάνει να ριγείτε, αλλά όσα άντεξε και θυσίασε το παιδί σας”. Τι μάθημα ζωής πιστεύετε ότι αφήνει αυτή η πορεία, τόσο σε εκείνον όσο και σε εσάς;
Ο δάσκαλος μας λέει πως το Kung fu δεν είναι απλώς μια πολεμική τέχνη. Είναι η τέχνη της απόλυτης αφοσίωσης. Θυμάμαι ότι δούλευα το καλοκαίρι μέσα στη σχολή, περιμένοντας τον Λάμπη, και ήμουν πλήρως προσηλωμένη σε κάτι που έγραφα. Ο δάσκαλος μου απηύθυνε τον λόγο και, χαμένη όπως ήμουν στο γραπτό μου, δεν τον άκουσα. Είπε τότε στον Λάμπη: αυτό που κάνει η μαμά σου αυτή τη στιγμή είναι Kung fu. Αυτή η αφοσίωσή της σε αυτό που επέλεξε να κάνει. Το μάθημα λοιπόν, δεν έρχεται μέσα από το μετάλλιο αλλά από το ίδιο το άθλημα. Όταν μένεις πιστά αφοσιωμένος σε έναν στόχο, όταν έχεις τη δύναμη να κλείσεις τα αυτιά σου στις σειρήνες του εύκολου δρόμου τότε μπορείς να πετύχεις τα πάντα! Ακόμα κι αυτά που μοιάζουν τρομακτικά τεράστια για να είναι υλοποιήσιμα.
