Θα μπορούσε η νευρική ανορεξία να αντιμετωπιστεί με αντιβιοτικά;

Teenage AnorexiaΗ νευρική ανορεξία και η βουλιμία μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με τα αντιβιοτικά, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Translational Psychiatry.

Οι ειδικοί ανακάλυψαν ορισμένα βακτήρια στο έντερο που σταματούν το σώμα από την ουσιαστική ρύθμιση της όρεξης. Παρόλο που οι γενετικοί και ψυχολογικοί παράγοντες είναι η κύρια αιτία των διατροφικών διαταραχών, οι γιατροί θεωρούν ότι με την αντιμετώπιση των φυσικών παραγόντων, μπορεί να είναι σε θέση να περιορίσουν το πρόβλημα.

Μέχρι σήμερα η επιστημονική κοινότητα είχε επικεντρωθεί στους ψυχολογικούς παράγοντες που προκαλούν τις διατροφικές διαταραχές. Όμως, μια γαλλική ομάδα επιστημόνων ισχυρίζεται ότι ανακάλυψε τα πεπτικά προβλήματα που ενισχύουν τις διανοητικές πτυχές της νόσου. Οι επιστήμονες από το Γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Έρευνας διαπίστωσαν ότι ορισμένα βακτήρια στο πεπτικό σύστημα παρεμβαίνουν στον τρόπο που το σώμα ρυθμίζει την όρεξη. Μέχρι στιγμής η θεωρία τους επαληθεύεται μόνο στα ποντίκια, αλλά οι πρώτες έρευνες δείχνουν ότι μπορεί να ισχύει και για τους ανθρώπους.

1355119318Εάν περαιτέρω δοκιμές αποδείξουν ότι οι θεωρίες τους είναι σωστές, μία μόνο αγωγή με αντιβιοτικά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να καταστρέψει τα προβληματικά βακτήρια, επιτρέποντας στους ασθενείς να αποκτήσουν κανονική όρεξη.

Η ομάδα του καθηγητή Sergueï Fetissov διαπίστωσε ότι ορισμένες μορφές βακτηρίων παράγουν μια πρωτεΐνη που ονομάζεται ClpB. Όταν το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει αυτή την πρωτεΐνη, παράγει αντισώματα που της επιτίθενται. Στη συνέχεια, όμως, μπορεί να προκύψουν προβλήματα γιατί η πρωτεΐνη ClpB είναι σχεδόν ταυτόσημη με τη μορφή μιας ορμόνης, η οποία ρυθμίζει την όρεξη και ονομάζεται μελανοτροπίνη. Τα αντισώματα επιτίθενται επίσης στην ορμόνη, πράγμα που σημαίνει ότι ο οργανισμός δεν ξέρει πότε είναι πλήρης.

«Εργαζόμαστε για τη δημιουργία μιας εξέτασης αίματος που βασίζεται στην ανίχνευση της βακτηριακής πρωτεΐνης ClpB. Αν το πετύχουμε αυτό, θα είμαστε σε θέση να καθορίσουμε συγκεκριμένες και εξατομικευμένες θεραπείες για τις διατροφικές διαταραχές», αναφέρει ο καθηγητής Sergueï Fetissov.