Το να μην συμπαθείς το παιδί σου δεν σε κάνει κακό γονιό

Γράφει η ψυχολόγος- ειδ. ψυχοθεραπεύτρια Γιούλη Δελιέζα

Πριν αρκετά χρόνια και -προτού κι εγώ η ίδια γίνω μητέρα- έτυχε να κάνω μια ομιλία στη σχολή γονέων ενός σχολείου σχετικά με τις δυσλειτουργικές σχέσεις μεταξύ των γονιών και των έφηβων παιδιών τους. Στη συζήτηση που ακολούθησε μετά την παρουσίαση, μια μαμά -εμφανώς συναισθηματικά καταρρακωμένη- πήρε τον λόγο και έκανε λέξεις ένα από τα πιο απαγορευμένα συναισθήματα: «Έρχονται ώρες που τον μισώ τόσο πολύ!! Κλείνομαι στο δωμάτιο για να μην ξεστομίσω αυτά που σκέφτομαι». (Για την ιστορία αναφερόταν στον 14χρονο γιό της).

Μετά από αυτό κοίταξε τους υπόλοιπους γονείς και με ενοχή άρχισε να εξηγεί: «δηλαδή δεν είναι και πραγματικό μίσος… μάλλον μια έντονη δυσαρέσκεια… δηλαδή ένας εκνευρισμός όταν μου φέρεται άσχημα …». Ο ασκός του Αιόλου είχε ανοίξει. Με έκπληξη τότε κι εγώ διαπίστωσα ότι αντί να ακουστούν επικριτικά σχόλια του τύπου «καλά ποια μάνα μισεί το παιδί της;» ή «πρέπει να δεις κάποιον ειδικό άμεσα», ακούστηκαν υποστηρικτικές φωνές από γονείς που ΝΑΙ παραδέχονταν πως είχαν παρόμοια συναισθήματα για τα παιδιά τους και ένιωθαν το ίδιο απελπισμένοι, απογοητευμένοι και πάνω σε όλα αυτά εξαιρετικά ένοχοι.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν είστε κακός γονιός αν έχετε αρνητικά ή και εκδικητικά συναισθήματα για το παιδί σας. Ήδη από το 1965 ο Ψυχαναλυτής Donald Winnicot εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους μια μητέρα μπορεί να μισεί το μωρό της. Ήταν, άλλωστε, αυτός που εισήγαγε την έννοια της «αρκετά καλής μητέρας», θέλοντας να καταδείξει, ότι τέλειος γονιός δεν μπορεί να υπάρξει.

Η επαγγελματική αλλά και προσωπική εμπειρία μου έχει δείξει ότι δεν υπάρχει γονιός που να μην έχει αισθανθεί αρνητικά και δυσφορικά συναισθήματα για το παιδί του. Μια θεραπευόμενη μου εκμυστηρεύτηκε ότι φεύγει το πρωί για το γραφείο το χάραμα και πριν ξυπνήσει ο 13χρονος γιος της -αφήνοντας την περιπέτεια της πρωινής ετοιμασίας στον άντρα της- γιατί φοβάται ότι θα τον δείρει από τα νεύρα της. Φυσικά οι ενοχές αυτής της σκέψης δεν την αφήνουν να ηρεμήσει όλη τη μέρα. Ακριβώς η ενοχοποίηση των συναισθημάτων και των σκέψεων αυτών είναι που κάνει το θέμα αυτό «ταμπού». Υπάρχει όμως μια πολύ μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο να σκεφτόμαστε κάτι επειδή είμαστε πολύ θυμωμένοι ή εξοργισμένοι και να το κάνουμε πράξη.

Ως γονείς ακούμε σχεδόν από παντού πόσο σημαντική είναι η θετική μας στάση για την υγιή ανάπτυξη των παιδιών μας, πόσο απαραίτητες είναι οι αρετές της υπομονής, της ανιδιοτελούς αγάπης, της αποδοχής, της ανοχής στη ματαίωση. Πολύ σπάνια ακούμε για το πώς να διαχειριστούμε τα υπαρκτά και έντονα συναισθήματα του θυμού ή του μίσους απέναντι στα παιδιά μας. Έτσι χτίζεται γύρω μας μια κουλτούρα μυστικότητας και ντροπής για τα συναισθήματα αυτά.

Πριν δούμε τρόπους να διαχειριστούμε τα συναισθήματα αυτά και μάλιστα να τα αξιοποιήσουμε υπέρ της υγιούς σχέσης με το παιδί μας, ας δούμε σύντομα κάποια «γιατί»: Γιατί έρχονται στιγμές που μισούμε τα παιδιά μας; 

  • Ο μύθος του «μια μαμά οφείλει μόνο να δίνει»: Η ανιδιοτελής αγάπη είναι ένα γεγονός και μια επιλογή για την πλειοψηφία των γονιών. Από την άλλη πρόκειται για μια σχέση. Ο γονιός αφιερώνει ώρες, μέρες, χρόνια φροντίζοντας κάποιον που εξαρτάται απόλυτα από εκείνον. Και δεν γίνεται να μη νιώσει ματαίωση όταν το «λαβείν» είναι απαιτήσεις, ξεσπάσματα, προκλήσεις, ακόμα και κατάρες «εύχομαι να πεθάνεις!» ή «μακάρι να σε αντάλλαζα με τη μαμά της Λύδιας». Είναι απολύτως φυσιολογικό τότε να νιώσετε αρνητικά συναισθήματα, να θυμώνετε και να το κοιτάζετε με το πιο εχθρικό σας βλέμμα, να θέλετε να του φωνάξετε πόσο αχάριστο είναι και να μην μπορείτε να ελέγξετε τα νεύρα σας!
  • Οι «ταμπέλες» των γονιών στα παιδιά τους: Οι γονείς αρχίζουν και κατασκευάζουν τις δικές τους αφηγήσεις για το παιδί πριν ακόμα τη γέννησή του: «είναι υπερκινητικός… θα είναι ζωηρός όταν γεννηθεί», μετά τη γέννησή του «ίδιος ο πατέρας… και εκείνος όταν ήταν μωρό δεν έτρωγε τίποτα» κλπ. Αυτές οι αφηγήσεις που αυτόματα κάνουμε, δημιουργούν προσδοκίες ή βάζουν ταμπέλες που ασυνείδητα διαμορφώνουν τη συμπεριφορά του γονιού και έπειτα σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία οδηγούν στις προσδοκώμενες συμπεριφορές του παιδιού επιβεβαιώνοντας τις γονεϊκές προβλέψεις.

Αν, για παράδειγμα, μια μαμά έχει πειστεί ότι το παιδί της είναι «ξεροκέφαλο» όπως ο άντρας της, τότε θα αποδίδει όλες τις φυσιολογικές προσχολικές συμπεριφορές σε κληρονομικά χαρακτηριστικά και θα φέρεται στο παιδί με βάση αυτή την παραδοχή. Να σημειώσουμε, ότι τα παιδιά προσχολική ηλικίας ανεξαρτητοποιούνται και όλα σε ένα βαθμό παρουσιάζουν πιο «πεισματάρικες» συμπεριφορές.

  • Οι προσδοκίες του γονιού ως ένας ανέφικτος στόχος: Άλλες φορές ο γονιός περιμένει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και παίρνει πίσω το αντίθετο. Η συμπεριφορά του παιδιού μεταφράζεται ως «χειριστική» και η επακόλουθη στάση του γονιού ρυθμίζεται με βάση αυτήν την ερμηνεία. Μια επιθετική ή ακατανόητη συμπεριφορά του παιδιού, ένα επίμονο τσιριχτό κλάμα μπορεί να είναι μια κραυγή για βοήθεια που αν μπορούσε να εκφραστεί με λέξεις θα ήταν: «βοήθησε με να καταλάβω τι αισθάνομαι γιατί δεν ξέρω και δεν ξέρω και πώς να με κατευνάσω. Δεν μπορώ να το σταματήσω όταν μου φωνάζεις».
  • Κρυφές ή ανοιχτές συζυγικές συγκρούσεις: Υφέρπουσες άλυτες συγκρούσεις μεταξύ των γονιών μεταφέρονται πολύ συχνά και ασυνείδητα στη σχέση με το παιδί. Έτσι το πρόβλημα του ζεύγους και τα σύνοδα συναισθήματα εκτονώνονται σε ένα τρίτο μέρος, το παιδί, που παίρνει το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου. Π.χ δύο γονείς απογοητευμένοι και θυμωμένοι ο ένας με τον άλλον φέρνουν ως κεντρικό πρόβλημα στη θεραπεία τη χαμηλή σχολική επίδοση και αδιαφορία του γιού τους για να καταλάβουν στην πορεία ότι το αίτημα τους είναι το σύμπτωμα του παιδιού τους απέναντι στη δική τους συναισθηματική απόσταση. 
  • Το παρελθόν του γονιού και η σχέση του με τον δικό του γονιό: Ο τρόπος με τον οποίο ένας γονιός μεγαλώνει το παιδί του εξαρτάται σε έναν καθοριστικό βαθμό από τον τρόπου που μεγάλωσε και ο ίδιος. Το είδος της συναισθηματικής πρόσδεσης που είχε ένας γονιός ως παιδί με το δικό του γονιό επηρεάζει και τον δεσμό που διαμορφώνει με το παιδί του. Γονείς που είχαν τραυματική παιδική ηλικία είναι πολύ πιθανό να αναπτύξουν δυσλειτουργικές ή συγκρουσιακές σχέσεις με τα παιδιά τους. Όταν τα τραύματα της παιδικής ηλικίας των γονιών παραμένουν άλυτα, ανείπωτα και σε εκκρεμότητα αναβιώνονται σε επόμενες φάσεις και τομείς της ζωής τους όπως στις σχέσεις με τα δικά τους παιδιά.

Ως γονείς πολλές φορές πυροδοτούμαστε ασυνείδητα από αναμνήσεις της δικής μας ιστορίας που μπορεί να μας προκαλούν συναισθήματα ανεπάρκειας, φόβου και άγχους, τα οποία προβάλλουμε πάνω στα παιδιά μας. Αν, για παράδειγμα, ένας γονιός δεχόταν ως παιδί σκληρή κριτική αν δεν έφερνε υψηλούς βαθμούς, μπορεί να φέρεται εξίσου σκληρά στο παιδί του αν φέρνει κάτω από 9. Οφείλουμε να έχουμε μια εσωτερική ενημερότητα και συνειδητότητα για αυτά τα θέματα και να μην τα αφήνουμε να παρεμβάλλονται στη  δική μας σχέση με το παιδί μας.

Η προσπάθεια του γονιού να δημιουργήσει μια υγιή σύνδεση με το παιδί του ενέχει και ένα «βλέμμα προς τα πίσω», έναν αναστοχασμό του δικού του παρελθόντος και του δικού του τύπου πρόσδεσης με τους γονείς του. Πολλοί γονείς διερευνούν και το παρελθόν των γονιών τους, πώς μεγάλωσαν και οι ίδιοι δηλαδή, και πολύ συχνά διαπιστώνουν έκπληκτοι ότι τα οικογενειακά μοτίβα μεταφέρονται από γενιά σε γενιά μέχρι που κάποιος στην πορεία τα συνειδητοποιεί και σπάει  τον κύκλο των δυσλειτουργικών σχέσεων.

Ας δούμε μια ιστορία: Μια μητέρα (θα δώσω το τυχαίο όνομα «Μαίρη») δύο δίδυμων 12χρονων κοριτσιών έχει καθημερινά έντονους καβγάδες με τη μια της κόρη, την οποία περιγράφει ως αντιδραστική, επιθετική με προκλητική συμπεριφορά και με μεγάλη έπαρση για τις δυνατότητες της. Δεν ακολουθεί βασικούς κανόνες ή το κάνει μετά από μεγάλη και κουραστική διαπραγμάτευση, προετοιμάζεται ελάχιστα για το σχολείο, μιλάει με ακατάλληλο τρόπο στη μητέρα της (όπως θα απευθυνόταν σε μια φίλη της) και φέρεται απότομα και υποτιμητικά  στην αδερφή της, η οποία περιγράφεται ως ένα ήρεμο, ταπεινόφρον και γενικά συμμορφωμένο παιδί. Η μαμά είναι απελπισμένη, βαθιά ενοχοποιημένη και απογοητευμένη από τον εαυτό της γιατί δεν μπορεί να ελέγξει το θυμό της και έχει έντονα ξεσπάσματα με φωνές και τιμωρίες που δεν έχουν όμως κανένα αποτέλεσμα. Στη θεραπεία και μέσα από την αφήγηση της ιστορίας της, αποκαλύπτει πόσο την πλήγωνε ως παιδί η υπεροψία και ο ναρκισσισμός της δικής της μητέρας. Στην πατρική οικογένεια ο θυμός ήταν ένα απαγορευμένο συναίσθημα που δεν είχε κανένα χώρο. Ο δικός της μπαμπάς ήταν μια παθητική φιγούρα που όλη του η συμπεριφορά ήταν μια διαρκής προσπάθεια διαχείρισης της μητέρας. Η ίδια δεν είχε άλλη επιλογή από το να «πηγαίνει με τα νερά» της μαμάς, όπως τη συμβούλευε και ο μπαμπάς της.

Στο τώρα συνειδητοποιεί πόσο ταυτίζεται με το συμμορφωμένο της παιδί και πόσο έντονα αντιδρά στο παιδί που θυμίζει τα χαρακτηριστικά της μητέρας της (έπαρση κλπ). Και δημιουργείται αυτός ο φαύλος κύκλος: Μια προκλητική συμπεριφορά της κόρης της την ταράζει υπερβολικά γιατί της θυμίζει μια συμπεριφορά που ως παιδί της θύμωνε και τη στενοχωρούσε αλλά δεν μπορούσε να εκφράσει τα συναισθήματα αυτά με λόγια. à Αντιδρά στην κόρη με θυμό, φωνές και τιμωρίες και αδυνατεί να συνδεθεί, να συνομιλήσει δηλαδή με άλλες πιο θετικές πλευρές του παιδιού της (η εικόνα του παιδιού θολώνει από αυτά που προβάλλει η μαμά πάνω του) à το παιδί αντιδρά στη συμπεριφορά της μαμάς με ακόμα πιο επιθετικές συμπεριφορές και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται.

Και πώς θα σπάσει αυτός ο κύκλος; Πώς θα ανακουφιστούν τα συναισθήματα αυτά; Πώς θα αμβλυνθούν οι συγκρούσεις;

Ο Winnicot υποστήριζε, ότι  παρ΄όλο το μίσος που μπορεί να αισθάνεται μια μητέρα για το μωρό της, οφείλει να μάθει να υπομένει το συναίσθημα αυτό χωρίς να ξεσπάει και χωρίς να το εκφράζει με ακατέργαστο και οργισμένο τρόπο.

Το να συγκρατεί ένας γονιός τα αρνητικά του συναισθήματα δεν σημαίνει να τα κρατάει καταπιεσμένα και ανείπωτα γιατί κάποια στιγμή, με κάποια αφορμή θα εκραγούν. Αυτή η συγκράτηση μπορεί να υπάρχει όταν ο γονιός αποδέχεται και ενσωματώνει στο συναισθηματικό του ρεπερτόριο και τα αρνητικά συναισθήματά του απέναντι στο παιδί. Όταν δεν τα αποδέχεται, αντιδρά με δύο εξίσου αναποτελεσματικούς τρόπους: με οργή ή συναισθηματική απόσυρση.

Όταν ο γονιός εξοργίζεται με το παιδί, του δίνει το μήνυμα ότι δεν ελέγχει τα αρνητικά του συναισθήματα και τότε αυτά φαντάζουν τρομακτικά, ανεξέλεγκτα και επικίνδυνα. Το παιδί μαθαίνει είτε να τα εκφράζει με τον ίδιο τρόπο ή να τα κρύβει γιατί του προκαλούν έντονο φόβο.

Όταν ο γονιός μονώνει το συναίσθημα του και αποκόπτεται από κάθε αρνητικό συναίσθημα για το παιδί του, του περνάει το μήνυμα ότι τα αρνητικά συναισθήματα είναι ανεπίτρεπτα, απαγορευμένα και ηθικά επιβλαβή και ότι το να τα αισθάνονται τα κάνει και τα ίδια κακά παιδιά.

Να μην εκφράζουμε την οργή μας αλλά να μην την απωθούμε κιόλας. Τι κάνουμε τότε;

Το πρώτο βήμα που έχει να κάνει ένας γονιός είναι να αποδεχτεί την ύπαρξη των συναισθημάτων αυτών, να καταλάβει ότι είναι φυσιολογικά και μην αισθάνεται ντροπή για αυτά. Αυτό είναι το σημαντικότερο βήμα για να εμπεριέχει τα συναισθήματα αυτά στον συναισθηματικό του καμβά. Στην πράξη αυτό σημαίνει να αρχίζει τα «αποποινικοποιεί», μιλώντας για αυτά, κάνοντάς τα λέξεις σε μια συνεκτική αφήγηση.

Πολλές φορές αυτό είναι αρκετό για να νιώσει ένας γονιός ότι μπορεί να ελέγξει και να εκφράσει τα αρνητικά του συναισθήματα προς το παιδί με έναν τρόπο μη τραυματικό και ασφαλή για το παιδί και τη σχέση. Τα παιδιά έχουν ανάγκη να εισπράττουν ξεκάθαρα και σαφή μηνύματα από τους γονείς τους είτε αυτά εμπλέκουν θετικά είτε αρνητικά συναισθήματα. Μαθαίνουν ότι όλα είναι μέσα στη ζωή και κανένα αρνητικό συναίσθημα δεν είναι επικίνδυνο αν εκφράζεται με λεκτικό και ελεγχόμενο τρόπο.

Mετά την «καταιγίδα» κάποιας σύγκρουσης, λοιπόν, μπορούμε να πούμε στο παιδί: «Η συμπεριφορά αυτή με θυμώνει.. Όταν το κανείς αυτό θυμώνω πολύ…». Έτσι έρχεται και εκείνο σε επαφή με τα συναισθήματα και βλέπει, ότι οι σχέσεις δεν καταστρέφονται όταν αυτά εκφράζονται και λεκτικοποιουνται.

Τι έγινε στην περίπτωση της Μαίρης με τα δίδυμα κορίτσια. Για εβδομάδες συζητάει στη θεραπευτική ομάδα για όσα ζει στο σπίτι, για την απαράδεκτα προκλητική  συμπεριφορά της κόρης της απέναντί της. Μια μέρα ένα από τα μέλη της ομάδας ξεσπάει: «Μαίρη είσαι ηρωίδα!! Είσαι τέρας υπομονής! Η κόρη σου είναι σκέτη κόλαση και πραγματικά είναι άξιο απορίας πώς δεν την έχεις δώσει ένα χαστούκι!» Η Μαίρη έμεινε άφωνη. Κάτι, όμως, εκείνη τη στιγμή την είχε απελευθερώσει. Επιτέλους, σε μια επανορθωτική εμπειρία για εκείνη, κάποιος της έδωσε την άδεια να νιώθει και να εκφράζει τα αρνητικά της συναισθήματα.

Όλα εκείνα τα συναισθήματα που απαγορευόταν να εκφράσει στη δική της οικογένεια γιατί δεν υπήρχε κανείς να τα αντέξει και να τα εμπεριέχει. Όσο η Μαίρη μιλούσε για την εξάντλησή της, την απογοήτευση από τη συμπεριφορά της κόρης της, τον θυμό της και τα αισθήματα αντιπάθειας για το παιδί της, το παράπονο και τη ματαίωση που είχε βιώσει στη σχέση με τη δική της μητέρα, άρχισε να αισθάνεται ότι ελέγχει και περισσότερο τα αρνητικά της συναισθήματα. Η ίδια στην ομάδα είπε χαρακτηριστικά «Στην αρχή όπου με ακουμπούσε κανείς κοβόταν… τώρα νιώθω σαν να έχουν στρογγυλέψει οι γωνίες μου…». Σταδιακά άρχισε να σπάει τον φαύλο κύκλο δράσης – αντίδρασης, φώναζε λιγότερο, άκουγε χωρίς να κρίνει και δεν ασκούσε λογοκρισία στον εαυτό της όταν σκεφτόταν κάτι αρνητικό για την κόρη της.

Η κόρη της «ως δια μαγείας» (όπως είπε) άρχισε και εκείνη να μαλακώνει και να μην την προκαλεί τόσο πολύ. Μια μέρα ήρθε στην ομάδα μετά από μια εκδρομή που έκαναν οι δύο τους και είπε για την κόρη της «ήμουν τόσο θολωμένη που δεν ήξερα καν τι σκέφτεται και πώς νιώθει για διάφορα θέματα… ήμασταν παγιδευμένες και το μόνο που πιστεύαμε η μια για την άλλη ήταν ότι είμαστε αφόρητα κακές. Κατάφερα να την αγκαλιάσω με όλη μου τη δύναμη και να της πω ότι την αγαπώ πάντα ακόμα και όταν παίρνουμε τις πιο εξοργισμένες γκριμάτσες μας. Εκείνη κρεμάστηκε από πάνω μου και μου είπε: «είσαι διαφορετική από τις άλλες μαμάδες… δεν θα ήθελα καμία άλλη». 

 

Για το τέλος να σημειώσουμε ότι οι γονείς είναι άνθρωποι και όχι ρομπότ. Έχουν και αυτοί ένα παρελθόν με γονείς που δεν ήταν τέλειοι. Έχουν μια ζωή με απαιτήσεις από παντού. Είναι στα αλήθεια ήρωες. Και είναι εντάξει να φωνάξετε, να ουρλιάξετε από τα νεύρα σας, να αντιπαθείτε ορισμένες φορές το παιδί σας. Έχετε όμως στο νου σας ότι όταν περάσει η καταιγίδα, είστε εσείς αυτοί που πρέπει να διεκδικήσετε τη συμφιλίωση και την επαναπροσέγγιση, να χτυπήσετε την πόρτα του δωματίου και να πείτε: «μπορώ να μπω να μιλήσουμε λίγο;», να πάρετε το παιδί σας μια αγκαλιά και να το ακούσετε. Να μοιραστείτε τα συναισθήματά σας και να νοηματοδοτήσετε ξανά τη σχέση σας… ξανά και ξανά. Μεγαλώνετε και εσείς μαζί με το παιδί σας και μαθαίνετε και οι δύο, ότι οι σχέσεις δεν απειλούνται από τις συγκρούσεις και τους θυμούς. Βοηθιούνται και εξελίσσονται όταν όλα αυτά φυσιολογικοποιούνται, εκφράζονται και μοιράζονται.

 

Γιούλη Ι. Δελιέζα

Ψυχολόγος MSc

Τηλ. 6955 668446

(Αριστείδου 9, Αθήνα)