Το βάρος του παιδιού όταν γεννήθηκε, δείχνει αν θα ασχολείται με την άσκηση και τον αθλητισμό

Το φυσιολογικό βάρος ενός νεογνού είναι μεταξύ 2,5 κιλών και 4,5 κιλών. To βάρος γέννησης είναι σημαντικός δείκτης της ωριμότητας και της πιθανότητας επιβίωσης. Βάρος μικρότερο από 2,5 kg συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα θανάτου στην περιγεννητική περίοδο. Η πρόοδος που έχει συντελεστεί στην ιατρική έχει αυξήσει την πιθανότητα επιβίωσης των νεογνών με βάρος 2,0 kg ή μεγαλύτερο.

Μια νέα έρευνα που δημοσιεύεται στο αθλητιατρικό περιοδικό «Medicine & Science in Sports & Exercise» συσχετίζει το ανεπαρκές βάρος κατά τη γέννηση, με την ανεπαρκή σωματική άσκηση όχι μόνο στην εφηβική ηλικία αλλά και πολύ μετά την ενηλικίωση. Σύμφωνα με την μελέτη αν ένας άνθρωπος είχε πολύ χαμηλό βάρος όταν γεννήθηκε, κάτω από δυόμισι κιλά, τότε είναι πιθανότερο ότι στο σχολείο δεν θα τα καταφέρνει καλά στα σπορ, ενώ όταν μεγαλώσει, θα ασκείται σωματικά λιγότερο,

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον δρα Αχμέντ Ελχακίμ του University College του Λονδίνου (UCL), μελέτησαν τις περιπτώσεις 2.740 ατόμων, εωσότου γίνουν 68 ετών. Διαπιστώθηκε ότι όσοι είχαν γεννηθεί με βάρος κάτω των 2,5 κιλών, είχαν σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους μειωμένη σωματική δραστηριότητα. Τα άτομα που είχαν γεννηθεί πάνω από 2,5 κιλά, είχαν κατά μέσο όρο 1,9 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να ασχολούνται με κάποιο άθλημα στο σχολείο και στη συνέχεια να ασκούνται τακτικά ως ενήλικοι.

Παραμένει ασαφές γιατί τα λιποβαρή μωρά αποφεύγουν αργότερα την άσκηση. Μια πιθανή εξήγηση, κατά τους ερευνητές, είναι ότι, συγκριτικά με τα πιο βαριά παιδιά, έχουν χειρότερες κινητικές ικανότητες, δύναμη, αντοχή και συντονισμό κινήσεων – κάτι που έχει παρατηρηθεί και σε πειραματόζωα στο εργαστήριο. Το ελλιπές βάρος κατά τον τοκετό έχει συσχετισθεί από προηγούμενες μελέτες με διάφορα προβλήματα, όπως τάση για κατοπινή παχυσαρκία ή καρδιοπάθεια.