Γράφει η Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου, PsyD, MSc, Counselling Psychologist – Psychotherapist / Infertility Counsellor, Head of Counselling services at SYNEIDOS
Οι πρόσφατες εξαγγελίες του Πρωθυπουργού για περιορισμό ή και απαγόρευση των social media στους ανηλίκους μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, με μια αποφασιστική παρέμβαση. Στην πραγματικότητα, όμως, επαναφέρουν ένα γνώριμο μοτίβο… μπροστά σε ένα σύνθετο πρόβλημα, επιλέγουμε μια απλή λύση.
Η ανησυχία δεν είναι αβάσιμη. Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά ερευνών της American Psychological Association δείχνει συσχετίσεις μεταξύ έντονης χρήσης social media και αυξημένων επιπέδων άγχους, κατάθλιψης και χαμηλής αυτοεκτίμησης στους εφήβους. Ωστόσο, οι ίδιες έρευνες είναι σαφείς. Η επίδραση δεν είναι ενιαία, αλλά εξαρτάται από το είδος της χρήσης (παθητική κατανάλωση vs ενεργή συμμετοχή), την ηλικία και την ψυχολογική ευαλωτότητα του παιδιού. Αντίστοιχα, η UNICEF τονίζει ότι τα ψηφιακά περιβάλλοντα μπορούν να είναι εξίσου επιβλαβή ή υποστηρικτικά, ανάλογα με το πλαίσιο.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι τα social. Είναι η απουσία πλαισίου.
Οι πιθανές επιπτώσεις της απαγόρευσης στην εφηβεία
Η απαγόρευση όσο ελκυστική κι αν ακούγεται πολιτικά, ψυχολογικά είναι συχνά αναποτελεσματική. Στην εφηβεία, όταν περιορίζεται η ελευθερία του ατόμου, αυξάνεται η επιθυμία να παραβεί τον περιορισμό. Αυτό σημαίνει ότι μια οριζόντια απαγόρευση μπορεί να οδηγήσει σε κρυφή και ανεξέλεγκτη χρήση, σε μετατόπιση σε λιγότερο ασφαλείς πλατφόρμες, και σε διάρρηξη της εμπιστοσύνης με τους γονείς. Η βιβλιογραφία της αναπτυξιακής ψυχολογίας τα αναφέρει ως επαναλαμβανόμενα ευρήματα οπότε δεν μιλάμε υποθετικά. Αντί, λοιπόν, να μειώνει τον κίνδυνο, μια οριζόντια απαγόρευση μπορεί απλώς να τον μετακινεί.
Εθισμός των παιδιών στην τεχνητή νοημοσύνη: 7 σημάδια που πρέπει να ξέρει κάθε γονιός
Αν υπάρχει μια «επιδημία» πίσω από την υπερβολική χρήση, η αιτία δεν είναι η τεχνολογία αλλά η απουσία ψηφιακής παιδείας. Τα παιδιά δεν εκπαιδεύονται στο πώς λειτουργούν οι αλγόριθμοι, δεν κατανοούν τη δυναμική της σύγκρισης και της επιβεβαίωσης, και δεν έχουν εργαλεία αυτορρύθμισης. Και οι γονείς, συχνά κινούνται μεταξύ πλήρους ελευθερίας και απόλυτου ελέγχου, δεν έχουν σαφή καθοδήγηση, και παρεμβαίνουν μόνο όταν το πρόβλημα έχει ήδη εμφανιστεί.
Ο ρόλος των γονιών
Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ο ρόλος των ενηλίκων. Όχι ως ελεγκτών, αλλά ως ρυθμιστών τόσο της συμπεριφοράς όσο και της συναισθηματικής εμπειρίας του παιδιού.
Είναι ευρέως γνωστό και αποδεκτό ότι τα παιδιά δεν μαθαίνουν κυρίως από οδηγίες, αλλά από παρατήρηση. Αν ο γονέας είναι συνεχώς στο κινητό, καταναλώνει παθητικά περιεχόμενο και δείχνει εξάρτηση από ειδοποιήσεις, τότε το παιδί δεν χρειάζεται «εκπαίδευση» για να υιοθετήσει την ίδια συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, η χρήση των social από τους ενήλικες είναι η πιο ισχυρή «αόρατη εκπαίδευση».
Επιπλέον, η ικανότητα αυτοελέγχου δεν είναι έμφυτη. Αντιθέτως χτίζεται και μάλιστα μέσα από σχέσεις. Η αναπτυξιακή ψυχολογία υποστηρίζει ότι τα παιδιά μαθαίνουν να ρυθμίζουν το άγχος, την παρόρμηση, την ανάγκη για επιβράβευση, μέσα από τη λεγόμενη συρρύθμιση, όταν δηλαδή ένας ενήλικας τα βοηθά να βάλουν όρια, να αντέξουν τη ματαίωση και να οργανώσουν τη συμπεριφορά τους. Στην πράξη αυτό σημαίνει όχι απλώς «κλείσε το κινητό» αλλά «ας δούμε μαζί πότε και γιατί δυσκολεύεσαι να σταματήσεις». Χωρίς αυτή τη διαδικασία, η απαγόρευση δεν εκπαιδεύει. Απλώς διακόπτει.
Πιάνοντας και το θέμα των ορίων,όταν τα όρια επιβάλλονται αποκλειστικά εξωτερικά, το παιδί υπακούει όταν υπάρχει έλεγχος και απορρυθμίζεται όταν αυτός απουσιάζει. Όταν, όμως, τα όρια γίνονται κατανοητά και εσωτερικεύονται, το παιδί αναπτύσσει αυτορρύθμιση και μπορεί να διαχειριστεί τη χρήση ακόμα και χωρίς επιτήρηση. Αυτός είναι και ο στόχος. Η αυτονομία και όχι η συμμόρφωση.
«Τι δεν βρίσκει το παιδί εκτός οθόνης;»
Και φυσικά, τί γίνεται με τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες ; Η έντονη χρήση των social δεν είναι μόνο θέμα εθιστικού σχεδιασμού. Συχνά καλύπτει ανάγκη για αποδοχή, ανάγκη για ταυτότητα, ανάγκη για ένταξη. Παρατηρούμε ότι όταν αυτές οι ανάγκες δεν ικανοποιούνται επαρκώς στο «offline» περιβάλλον, το παιδί στρέφεται εκεί όπου βρίσκει πιο άμεση ανταπόκριση. Αν, λοιπόν, ένα παιδί «κολλάει» στο κινητό, η ερώτηση δεν είναι μόνο «πόση ώρα περνάει εκεί», αλλά τι δεν βρίσκει εκτός οθόνης;
Το ίδιο ισχύει και για το σχολείο. Οι εκπαιδευτικοί συχνά καλούνται να διαχειριστούν τη χρήση με όρους πειθαρχίας. Όμως η απαγόρευση στην τάξη χωρίς επεξεργασία δεν αλλάζει στάσεις και η τιμωρία ενισχύει τη μυστικότητα, όχι την υπευθυνότητα. Το σχολείο μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος κατανόησης των ψηφιακών συμπεριφορών, ανάπτυξης κριτικής σκέψης και ομαδικής συζήτησης για εμπειρίες online. Δηλαδή όχι μόνο ως χώρος ελέγχου, αλλά ως χώρος νοηματοδότησης.
Αν λοιπόν υπάρχει μια ουσιαστική κατεύθυνση πολιτικής, αυτή δεν ξεκινά από την απαγόρευση. Ξεκινά από την υποχρεωτική ψηφιακή εκπαίδευση παιδιών και γονέων, την ενίσχυση της σχέσης και της εμπιστοσύνης, και τη ρύθμιση των ίδιων των πλατφορμών και όχι μόνο των χρηστών (όπως ήδη επιχειρεί η European Commission).
Μήπως λοιπόν να απομακρυνθούμε από τον πανικό και να πλησιάσουμε την ευθύνη;
Κάθε γενιά ενηλίκων φοβάται το νέο μέσο της επόμενης. Η διαφορά σήμερα είναι ότι οι πλατφόρμες είναι σχεδιασμένες να κρατούν την προσοχή. Αλλά αυτό δεν αντιμετωπίζεται με απαγορεύσεις τύπου on/off. Αντί να ρωτάμε πώς θα κρατήσουμε τα παιδιά μακριά από τα social, ίσως πρέπει να ρωτήσουμε πώς φτάσαμε στο σημείο να μην μπορούν να τα διαχειριστούν;
Χωρίς εκπαίδευση, ενίσχυση της οικογένειας και καθοδήγηση, η απαγόρευση δεν θα προστατεύσει τα παιδιά. Διότι μπορεί να δίνει την αίσθηση του ελέγχου αλλά επί της ουσίας δεν δημιουργεί δεξιότητες. Αυτό που θα καταφέρει είναι απλά να τα αφήσει μόνα τους, σε έναν κόσμο που δεν θα καταλαβαίνουν, αλλά θα συνεχίσουν να αναζητούν.
