Αυξημένη ευερεθιστότητα, κινητικότητα, επιθετικότητα: Κάτι τρέχει με τα νήπια… αλλά τι;

Αν έχετε παιδί προσχολικής ηλικίας, θα έχετε σίγουρα παρατηρήσει πως το τελευταίο διάστημα -ειδικά από τη στιγμή που έκλεισαν τα σχολεία και μετά- αυτό παρουσιάζει έναν ανεξήγητο εκνευρισμό και μια δυσκολία στη διαχείριση που βγάζει συχνά τους γονείς εκτός εαυτού. Τι συμβαίνει στα παιδιά αυτής της ηλικίας και πώς θα τα βοηθήσουμε να βρουν την ασφάλεια και τη γαλήνη τους;

Σε μία άκρως διαφωτιστική ανάρτηση, η Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας κ. Μαριαλένα Κατσούρα, αναφέρει, ότι δέχεται συχνά το τελευταίο διάστημα προβληματισμούς όπως οι παραπάνω από τους γονείς και μας καλεί να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι μας λένε τα παιδιά με τη συμπεριφορά τους:

“Τις τελευταίες 2-3 εβδομάδες έχω δεχθεί μια ραγδαία αύξηση αιτημάτων βοήθειας από γονείς και εκπαιδευτικούς για τη διαχείριση παιδιών ηλικίας 2,5-5,5 ετών που παρουσιάζουν τα εξής χαρακτηριστικά:

α. Υπέρμετρη ευερεθιστότητα
β. Αυξημένη κινητικότητα
γ. Δυσκολία αποδοχής ορίων (κανόνων & ‘όχι’)
δ. Αύξηση επιθετικότητας…

Αυτό το τελευταίο πολύ με δυσκολεύει…

Δεν αντιλαμβάνομαι ως επιθετικότητα την (αντί)δραση ενός παιδιού που εκεί που κάθεται σκουντάει –φαινομενικά αψυχολόγητα– τον διπλανό του, περνάει από δίπλα και σπρώχνει, τσιμπάει, γρατσουνάει, παίρνει φόρα τρέχει και πέφτει στους άλλους και το ‘οι γονείς φταίνε που δεν βάζουν όρια’ μου μοιάζει πολύ… ‘εύκολη δικαιολογία’… κάτι άλλο συμβαίνει…

Επιθετικότητα χωρίς ερέθισμα δεν συναντάται συχνά και σίγουρα όχι με τέτοια μαζικότητα.

Αναρωτιέμαι γιατί αυτό έχει καταστεί τόσο κοινός τόπος το τελευταίο διάστημα και μιλώντας αρκετά και με μεμονωμένους γονείς και σε ομάδες γονέων και παιδικών σταθμών, θέλησα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις:

Οκ, οι γονείς έχουμε μεγάλο μερίδιο ευθύνης και αποτελούμε την κύρια πηγή ασφάλειας για τα παιδιά μας. Μπορώ να καταλάβω ότι εάν όλα γύρω μας καταρρέουν και η προσοχή μας είναι στραμμένη εκεί είναι πολύ δύσκολο να ανταποκρινόμαστε παράλληλα και με την ίδια νηφαλιότητα όπως και πριν στις ανάγκες των παιδιών μας. Αυτό όντως μπορεί να προκαλεί ανασφάλεια και ταραχή και χρειάζεται προσοχή, αλλά είναι ένα το κρατούμενο.

Ο τελευταίος χρόνος, ένας πραγματικά πολύ σημαντικός αναπτυξιακά χρόνος για τα παιδιά ηλικίας 2-4 που είχαν μια συγκεκριμένη ροή ανάπτυξης, έχει διαταραχθεί. Η ροή τους διακόπηκε απότομα και προχωρά πολύ σταδιακά και με πολλές παύσεις και πισωγυρίσματα κυρίως ως προς τα εξής:

-δεν δέχονται τα ίδια ερεθίσματα με πριν (π.χ. απτικά ερεθίσματα και άγγιγμα)
-δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες έκφρασης με πριν (π.χ. παιχνίδι εκτόνωσης σε εξωτερικούς χώρους)
-δεν έχουν τις ίδιες επαφές με πριν (π.χ. κοινωνικοποίηση με συνομήλικους)
-δεν έχουν τις ίδιες ελευθερίες με πριν (π.χ. ακούν πολλά περισσότερα ‘όχι, αυτό δεν γίνεται λόγω καραντίνας’)

Επομένως, παιδιά με συσσωρευμένη ένταση σε μια ηλικία που θεωρητικά θα ανακάλυπταν τον κοινωνικά αποδεκτό τρόπο έκφρασης και εκτόνωσης αυτής της έντασης εδώ και καιρό δεν έχουν τη δυνατότητα να πειραματιστούν με αυτό σε ‘φυσιολογικά’ πλαίσια. Μπορώ να φανταστώ λοιπόν παιδιά:

-είτε να μην κατακτούν τα αναμενόμενα αναπτυξιακά ορόσημα στην ώρα τους οπότε να μας ξενίζει η συμπεριφορά τους
-είτε να παλινδρομούν σε προηγούμενα κατακτημένα στάδια όπου νιώθουν ασφαλή.

Τα παιδιά μας κάτι μας λένε…

…από το ότι έχουν αναπτύξει μια δυσανεξία στο ‘όχι’ γιατί πολλά μαζεύτηκαν τον τελευταίο χρόνο έως το ότι έχουν ανάγκη να κοινωνικοποιηθούν και μέσω του αγγίγματος, μιας αίσθησης τόσο βασικής για την ανάπτυξη, την εξερεύνηση και την αντίληψη του περιβάλλοντος και τόσο στερημένης το τελευταίο διάστημα.

Το απτικό σύστημα είναι ουσιώδες για την αισθητηριακή ολοκλήρωση και την ανάπτυξη των παιδιών αυτής της ηλικίας (και κάθε ηλικίας) και μεταφέρει πληροφορίες από το δέρμα και το στόμα στο κεντρικό νευρικό μας σύστημα. Ένα παιδί με δυσλειτουργία εκεί μπορεί να αποφύγει ή να αναζητήσει πολύ έντονα αυτή την αίσθηση, π.χ. αγγίζοντας τα πάντα, δαγκώνοντας και αναπτύσσοντας μια λανθάνουσα αντίληψη της επαφής και/ή του πόνου.

Ίσως λοιπόν ένα παιδάκι που πέρασε τον τελευταίο χρόνο της καραντίνας χωρίς πολλά ερεθίσματα για να τροφοδοτήσει αυτό το σύστημα να εκφράζει αυτή την ανάγκη πολύ πιο άγαρμπα από ότι θα περιμέναμε ή από ό,τι θα έκανε εάν είχε παραμείνει στη φυσιολογική αναπτυξιακή ροή του. Μπορεί να έχει διαμορφώσει κάποιο αναπτυξιακό έλλειμμα που εκφράζεται μεταξύ άλλων και ως άγνοια κινδύνου ως προς τη δύναμη με την οποία ασκεί και/ή δέχεται το άγγιγμα.

Πιο πολύ λοιπόν αναγνωρίζω την έκφραση κάποιας ανάγκης που χρειάζεται να ακούσουμε… και όχι (ενήλικη) επιθετικότητα…

Από την άλλη, κατανοώ πλήρως ότι μάρτυρες όλων αυτών των συμπεριφορών είναι γονείς και/ή εκπαιδευτικοί με την απόλυτη ευθύνη να διατηρήσουν αυτά τα παιδιά υγιή, ασφαλή και σωματικά ακέραια.

Τι κάνουμε λοιπόν;

Μπορούμε, για αρχή, να κάνουμε ένα βήμα πίσω από την ερμηνεία της στάσης ως ‘το παιδί επιτίθεται’ και να δούμε τι άλλο μπορεί να συμβαίνει;

Μπορούμε να υιοθετήσουμε εμείς οι ίδιοι μια διαφορετική προσέγγιση σε όλο αυτό που συμβαίνει;

Μπορούμε να καθρεφτίσουμε αυτό που βλέπουμε και να δώσουμε άλλες, αποδεκτές διεξόδους έκφρασης της έντασης ή της ανάγκης για άγγιγμα μαζί με τη σαφή οριοθέτηση που μας βγαίνει πιο αβίαστα;

Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν μπορούσαμε… κι αν αυτό θα μαλάκωνε κι εμάς και τα παιδιά, ώστε να διαχειριστούμε πιο νηφάλια τα εκάστοτε όρια… και οι δύο.