Τι είναι η κυστική ίνωση; Πώς εμφανίζεται στα παιδιά; Προλαμβάνεται;

Πρόκειται για μια γενετική νόσο που προκαλεί συστηματικές αναπνευστικές λοιμώξεις και σταδιακά περιορίζει την αναπνευστική ικανότητα. Η Κυστική Ίνωση είναι είναι κληρονομικό νόσημα και μεταβιβάζεται με υπολειπόμενο κληρονομικό χαρακτήρα.

Στους πνεύμονες, η βλέννα φράσσει τους αεραγωγούς και «παγιδεύει» διάφορα μικρόβια (ψευδομονάδα, σταφυλόκοκκο, αιμόφιλο κ.α.) με αποτέλεσμα την φλεγμονή και την έξαρση αναπνευστικών λοιμώξεων και την εκτεταμένη καταστροφή του πνευμονικού ιστού, δηλαδή ίνωση, ενώ σταδιακά εγκαθίσταται και αναπνευστική ανεπάρκεια. Γενικά, η πάθηση προσβάλλει όλα σχεδόν τα όργανα και αδένες του ανθρώπινου σώματος, κυρίως τους πνεύμονες, το πάγκρεας, τους παραρίνιους κόλπους, το ήπαρ, τα έντερα, τους ιδρωτοποιούς αδένες, και το αναπαραγωγικό σύστημα στους άνδρες.

Διαβάστε επίσης: «Η ζωή του Χάρη με την Κυστική ΄Ινωση»: Ένα εξαιρετικό animation για να γνωρίσουμε αυτή την νόσο
Πώς μεταδίδεται

Η Κυστική Ίνωση είναι γενετική πάθηση. Οι ασθενείς με Κυστική Ίνωση κληρονομούν δυο αντίγραφα του παθολογικού γονιδίου, ένα από κάθε γονέα. Οι δυο γονείς του ασθενούς είναι απολύτως υγιείς, δεν έχουν κανένα σύμπτωμα της νόσου και είναι φορείς της πάθησης χωρίς να το γνωρίζουν. Εάν δυο φορείς αποκτήσουν παιδί, υπάρχει 25% πιθανότητα το παιδί να έχει Κυστική Ίνωση, 25% πιθανότητα το παιδί να είναι απολύτως υγιές και 50% πιθανότητα το παιδί να είναι φορέας της Κυστικής Ίνωσης όπως οι γονείς του. Οι πιθανότητες αυτές ισχύουν σε κάθε γέννηση.

Πώς διαγιγνώσκεται

Η Κυστική Ίνωση είναι γενετική πάθηση. Οι ασθενείς με Κυστική Ίνωση κληρονομούν δυο αντίγραφα του παθολογικού γονιδίου, ένα από κάθε γονέα. Οι δυο γονείς του ασθενούς είναι απολύτως υγιείς, δεν έχουν κανένα σύμπτωμα της νόσου και είναι φορείς της πάθησης χωρίς να το γνωρίζουν. Εάν δυο φορείς αποκτήσουν παιδί, υπάρχει 25% πιθανότητα το παιδί να έχει Κυστική Ίνωση, 25% πιθανότητα το παιδί να είναι απολύτως υγιές και 50% πιθανότητα το παιδί να είναι φορέας της Κυστικής Ίνωσης όπως οι γονείς του. Οι πιθανότητες αυτές ισχύουν σε κάθε γέννηση.

Νεογνικός έλεγχος

Αυτός ο έλεγχος συνίσταται στην συλλογή μικρής ποσότητας αίματος από την πτέρνα του νεογνού, λίγο μετά τη γέννηση του ως μέρος του γενικότερου νεογνικού ελέγχου που εφαρμόζεται στη χώρα σε όλα τα νεογέννητα για διάφορες παθήσεις κυρίως μεταβολικές.

Όσο νωρίτερα τεθεί η διάγνωση της νόσου, τόσο πιο σύντομα θα ξεκινήσει ο ασθενής να λαμβάνει τη δέουσα θεραπεία, οπότε η πορεία της νόσου θα είναι σαφώς καλύτερη.

Έλεγχος φορέων

Για να ελεγχθεί εάν κάποιος είναι φορέας του παθολογικού γονιδίου που προκαλεί την Κυστική Ίνωση αρκεί ένα απλό δείγμα σάλιου ή αίματος στο οποίο γίνεται μοριακός έλεγχος του DNA. Αυτός ο έλεγχος είναι σημαντικός εάν το πρόσωπο που ελέγχεται γνωρίζει ότι ο/η σύντροφος/σύζυγος του είναι φορέας της νόσου, ή εάν κάποιος συγγενής του είναι ασθενής ή φορέας. Στη χώρα μας οι φορείς του παθολογικού γονιδίου υπολογίζονται σε περισσότερους από 500.000.

Προγεννητικός έλεγχος

Ο έλεγχος αυτός είναι εφικτός στα αρχικά στάδια της εγκυμοσύνης και συνήθως πραγματοποιείται σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης υψηλού κινδύνου για να γεννηθεί παιδί με Κυστική Ίνωση.

Τεστ ιδρώτα

Συνήθως για την διάγνωση της νόσου πραγματοποιείται τεστ ιδρώτα, δεδομένου ότι οι ασθενείς με Κυστική Ίνωση έχουν πολύ αλμυρό ιδρώτα. Το τεστ ιδρώτα είναι μια φθηνή και ανώδυνη μέθοδος διάγνωσης της νόσου, για την πραγματοποίηση της οποίας, μικρά ηλεκτρόδια τοποθετούνται στο αντιβράχιο και τον βραχίονα του ατόμου, τα οποία δημιουργούν ροή ρεύματος χαμηλής τάσεως, όπου δια ιοντοφόρεσης (δηλαδή μέσω ηλεκτρικού ρεύματος μεταφέρεται η φαρμακευτική ουσία πιλοκαρπίνη στους ιδρωτοποιούς αδένες για να τους ερεθίσει και να παραγάγουν ιδρώτα. Ο ιδρώτας αυτός στην συνέχεια συλλέγεται και εργαστηριακά γίνεται ποσοτικός προσδιορισμός ηλεκτρολυτών, ήτοι μέτρηση του χλωρίου και του νατρίου. Τιμές των χλωριούχων στον ιδρώτα άνω των > 60 mmol/L είναι παθολογικές και θέτουν τη διάγνωση της νόσου.

Επίσης, εάν ένα παιδί γεννηθεί με ειλεό εκ μηκωνίου, αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη για την ύπαρξη της νόσου. Ποσοστό 15% των παιδιών που γεννιούνται με Κυστική Ίνωση παρουσιάζουν συμπτώματα μέσα σε 24 ώρες από τη γέννηση τους.

Πώς προλαμβάνεται

Η Κυστική Ίνωση είναι κληρονομικό νόσημα. Θα πρέπει όμως και οι δυο γονείς να είναι φορείς του γονιδίου για να γεννηθεί ένα παιδί με Κυστική Ίνωση. Για την πρόληψη της νόσου είναι δυνατός ο μοριακός έλεγχος του DNA προκειμένου να ελεγχθεί εάν οι γονείς είναι φορείς του παθολογικού γονιδίου της νόσου. Σημαντικό ρόλο παίζει το εργαστήριο στο οποίο θα πραγματοποιηθεί η εξέταση, δεδομένου ότι οι παθολογικές γονιδιακές μεταλλάξεις που έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής ξεπερνούν τις 1900. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των γονιδιακών μεταλλάξεων που καλύπτει το εργαστήριο, τόσο πιο ασφαλή είναι τα αποτελέσματα του ελέγχου και μικρότερος ο κίνδυνος γέννησης παιδιού με Κυστική Ίνωση. Στην χώρα μας υφίσταται μεγάλη ετερογένεια μεταλλάξεων, δηλαδή υπάρχει μεγάλη ποικιλία γενετικών μεταλλάξεων, ενώ σε αντίθεση με την Βόρεια Ευρώπη, μόνο το 54% των φορέων έχει τη πιο συχνή μετάλλαξη που προκαλεί Κυστική Ίνωση, την F508del.

Πώς καταλαβαίνω ότι πάσχω από τη νόσο;

Οι ασθενείς με Κυστική Ίνωση μπορεί να έχουν διάφορα συμπτώματα που περιλαμβάνουν:

Πολύ αλμυρό ιδρώτα.

Επίμονο βήχα, κατά καιρούς παραγωγικό με πτύελα.

Συχνές αναπνευστικές λοιμώξεις, πνευμονία ή βρογχίτιδα.

Συριγμό και δύσπνοια.

Μικρή σωματική ανάπτυξη ή αδυναμία πρόσληψης βάρους παρά την καλή όρεξη.

Συχνές ογκώδεις, λιπώδεις και δύσοσμες κενώσεις.

Ανδρική στειρότητα.

Πώς αντιμετωπίζεται

Η Κυστική Ίνωση είναι μια πολυσυστηματική νόσος και η μορφή και η σοβαρότητα των συμπτωμάτων μπορεί να διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή. Πολλοί διαφορετικοί παράγοντες, ιδίως η ηλικία που τέθηκε η διάγνωση, μπορεί να επηρεάσουν την υγεία ενός ατόμου και την εξέλιξη της νόσου.

Οι πάσχοντες από Κυστική Ίνωση λόγω της έλλειψης ή δυσλειτουργίας της πρωτεΐνης έχουν πολύ αλμυρό ιδρώτα, γι’ αυτό και σε ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες και ιδίως το καλοκαίρι μπορεί να εμφανίσουν σοβαρά επεισόδια αφυδάτωσης λόγω σημαντικής διαταραχής των ηλεκτρολυτών. Για το λόγο αυτό συστήνεται στους ασθενείς η συχνή ενυδάτωση και η λήψη αλμυρών τροφών, ιδίως τους θερινούς μήνες.

Οι ασθενείς παρουσιάζουν συχνά αναπνευστικές λοιμώξεις διότι παχιά κολλώδης βλέννα συσσωρεύεται στους πνεύμονες τους, δημιουργώντας για τα μικρόβια ιδανικές συνθήκες και περιβάλλον για να επιβιώσουν και να πολλαπλασιαστούν. Οι αναπνευστικές λοιμώξεις προκαλούνται συνήθως από βακτήρια και είναι ένα σοβαρό και χρόνιο πρόβλημα για πολλούς ανθρώπους που ζουν με την πάθηση γι’ αυτό και η ελάττωση των πιθανοτήτων προσβολής τους από διάφορα μικρόβια είναι μια από τις σημαντικότερες έγνοιες των ασθενών με Κυστική Ίνωση.

Η συσσώρευση της βλέννας στο πάγκρεας μπορεί να σταματήσει την αφομοίωση των τροφών και των θρεπτικών συστατικών, με αποτέλεσμα την δυσαπορρόφηση, την κακή θρέψη και την χαμηλή σωματική ανάπτυξη. Στο ήπαρ, η παχιά βλέννα μπορεί να μπλοκάρει τον χοληφόρο πόρο, προκαλώντας ηπατική νόσο. Στους άνδρες, μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα τους να κάνουν παιδιά με φυσιολογικό τρόπο.

Εξαιτίας της τεράστιας προόδου στην έρευνα και στην θεραπεία, ασθενείς με Κυστική Ίνωση παρά τα καθημερινά προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν με το νόσημα τους, δύνανται πλέον να ζουν παραγωγικά, να πραγματοποιούν τα όνειρα τους, να σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο, να έχουν επαγγελματική καριέρα, να διάγουν έγγαμο βίο, να κάνουν παιδιά Αν και υπήρξε σημαντική εξέλιξη στην θεραπεία της νόσου, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει οριστική θεραπεία.

Θεραπεία

Εισπνεόμενη θεραπεία με διάφορα φάρμακα για να ανοίξουν τους αεραγωγούς και να κάνουν την βλέννα λιγότερο πηχτή. Τα φάρμακα αυτά είναι συνήθως σε υγρή μορφή, και μετατρέπονται σε νέφος προκειμένου να τα εισπνεύσει ο ασθενής μέσω νεφελοποιητή ή συσκευής εισπνοών. Τα φάρμακα αυτά περιλαμβάνουν βρογχοδιασταλτικά για να κρατούν τους αεραγωγούς ανοιχτούς, βλεννολυτικά για να διαλύουν την παχύρρευστη βλέννα και αντιβιοτικά για την αντιμετώπιση των αναπνευστικών λοιμώξεων.

Ο νεφελοποιητής είναι μια συσκευή που μετατρέπει σε νέφος τα φάρμακα των ασθενών, τον οποίον ο ασθενής οφείλει καθημερινά και μετά από κάθε χρήση φαρμάκου να καθαρίζει επιμελώς και να αποστειρώνει σε τακτά διαστήματα. Παρά τον τακτικό καθαρισμό και απολύμανση της συσκευής, κρίνεται αναγκαία η αντικατάσταση του νεφελοποιητή και των αναλωσίμων του κυρίως για λόγους πρόληψης λοιμώξεων. Η χρήση νεφελοποιητή υπερήχων αντενδείκνυται για την χορήγηση συγκεκριμένων φαρμάκων που προορίζονται για την θεραπεία της Κυστικής Ίνωσης διότι αδρανοποιούν τα φάρμακα αυτά.

Για την αντιμετώπιση της χρόνιας παραρρινοκολπίτιδας εφαρμόζονται διάφορες θεραπείες από τους ασθενείς, κυρίως ρινικές πλύσεις με θαλασσινό νερό, αντισταμινικά φάρμακα, κορτικοστεροειδή και αντιβιοτικά. Οι ρινικοί πολύποδες αντιμετωπίζονται συνήθως χειρουργικά, όμως συχνές είναι οι υποτροπές λόγω του υποκείμενου νοσήματος.

Οι ασθενείς με Κυστική Ίνωση λαμβάνουν καθημερινά παγκρεατικά ένζυμα για να βελτιώσουν την αφομοίωση των θρεπτικών συστατικών. Τα παγκρεατικά ένζυμα λαμβάνονται με κάθε γεύμα ή σνακ και είναι απαραίτητα για τη διάσπαση της τροφής σε συστατικά που μπορούν να απορροφηθούν από τον οργανισμό με στόχο τη φυσιολογική πέψη.

Λόγω της δυσαπορρόφησης από την οποία πάσχουν, πολλοί ασθενείς λαμβάνουν και πολυβιταμινούχα και διατροφικά σκευάσματα και οι τροφές τους πρέπει να είναι ιδιαίτερα υψηλής θερμιδικής αξίας. Ορισμένοι ασθενείς λαμβάνουν ινσουλίνη για την αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη από τον οποίον πάσχουν λόγω του νοσήματος.

Σε τακτά χρονικά διαστήματα οι ασθενείς νοσηλεύονται είτε στο νοσοκομείο είτε κατ’ οίκον για τη λήψη ενδοφλέβιας αντιβιοτικής αγωγής. Η ενδοφλέβια φαρμακευτική αγωγή αφορά συνδυασμό αντιβιοτικών φαρμάκων και συνήθως διαρκεί 14-21 ημέρες με σκοπό την αντιμετώπιση των αναπνευστικών λοιμώξεων.

Στα τελικά στάδια της νόσου, η διπλή μεταμόσχευση πνευμόνων ή η μεταμόσχευση ήπατος αποτελεί μέχρι στιγμής η μοναδική θεραπεία εκλογής για τον ασθενή.

Τα τελευταία χρόνια η έρευνα επικεντρώθηκε στην εύρεση φαρμάκων που στοχεύουν στο αίτιο της νόσου και την αποκατάσταση της λειτουργίας της ελαττωματικής πρωτεΐνης CFTR που προκαλεί τη νόσο. Το πρώτο φάρμακο που στοχεύει στο αίτιο της νόσου και αφορά συγκεκριμένες γονιδιακές μεταλλάξεις της νόσου εγκρίθηκε το 2012 και ήδη το λαμβάνουν και Έλληνες ασθενείς. Το 2015, εγκρίθηκε το δεύτερο φάρμακο που στοχεύει στο αίτιο της νόσου και απευθύνεται σε ασθενείς που είναι ομόζυγοί της γονιδιακής μετάλλαξης F508del, που είναι η πιο συχνή με ιδιαίτερα βαριά συμπτωματολογία. Η εύρεση αυτής της ομάδας φαρμάκων που ονομάζονται CFTR ρυθμιστές, σηματοδοτεί μια ιστορική ανακάλυψη στον τρόπο θεραπείας της νόσου. Ήδη οι ερευνητές στοχεύουν στην ανάπτυξη νέων θεραπειών για μεγαλύτερο αριθμό ασθενών και γονιδιακών μεταλλάξεων. Αναμένεται οι ρυθμιστές CFTR να προσθέσουν δεκαετίες ζωής σε κάποιους ασθενείς με Κυστική Ίνωση.

Οι σημαντικές ανακαλύψεις στην θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών είχαν ως αποτέλεσμα την σημαντική αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης των ασθενών με Κυστική Ίνωση. Σήμερα, βάσει πρόσφατης δημοσιευμένης μελέτης σε ιατρικό περιοδικό, ο μέσος όρος επιβίωσης σε ασθενείς με Κυστική Ίνωση στον Καναδά είναι περίπου τα 51 έτη («Survival Comparison of Patients With Cystic Fibrosis in Canada and the United States: A Population-BasedCohort Study”, Anne L. Stephenson et al., Annals of Internal Medicine, 18.04.2017). Αυτή είναι μια σημαντική βελτίωση δεδομένου ότι τη δεκαετία του 1960, ένα παιδί με Κυστική Ίνωση σπάνια ζούσε αρκετά ώστε να φθάσει στην ηλικία που θα μπορούσε να παρακολουθήσει τις τάξεις του δημοτικού σχολείου.

«Τα τελευταία χρόνια με την εξέλιξη της θεραπείας, ο ενήλικος πληθυσμός ασθενών με Κυστική Ίνωση διαρκώς αυξάνεται»

Με πληροφορίες από cfathess.gr