Μεγάλη η κερδοφορία τους. Το 98,2% των μαθητών διδάσκονταν τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα,
Η πρόσφατη έκθεση του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, σε συνεργασία με τη Metron Analysis, φέρνει στο φως τις σοβαρές παθογένειες της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης στην Ελλάδα, τόσο στο επίπεδο των δαπανών όσο και των εργασιακών συνθηκών.
Το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται να έχει παραμελήσει συστηματικά τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών, οδηγώντας σε τεράστια αύξηση της οικονομικής επιβάρυνσης των οικογενειών, οι οποίες καλούνται να καλύψουν το κενό μέσω ιδιωτικών Κέντρων Ξένων Γλωσσών (Κ.Ξ.Γ.).
Παράλληλα, οι συνθήκες εργασίας στους ιδιωτικούς αυτούς φορείς χαρακτηρίζονται ως επισφαλείς, με χαμηλές αποδοχές, έλλειψη δικαιωμάτων και περιορισμένη κρατική εποπτεία.
Την ίδια στιγμή, οι κοινωνικές ανισότητες εντείνονται, καθώς τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν πρόσβαση στην ξενόγλωσση μάθηση. Όμως το 98% των μαθητών γνωρίζει ή σπουδάζει τουλάχιστον μία ξένη γλώσσα.
Η έκθεση υπογραμμίζει την ανάγκη για άμεση ενίσχυση του ρόλου του δημόσιου σχολείου, καθώς και στοχευμένες παρεμβάσεις για τη βελτίωση των όρων εργασίας των εκπαιδευτικών στον ιδιωτικό τομέα.
Τι υπογραμμίζει η ΟΙΕΛΕ:
Σε συνέχεια της ερευνητικής του εργασίας για τη μη τυπική εκπαίδευση το Α’ τμήμα της έρευνας για τα φροντιστήρια), το ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ δημοσιεύει σήμερα, σε συνεργασία με την Metron Analysis, το τμήμα της έρευνας για την ξενόγλωσση εκπαίδευση. Στα κυριότερα συμπεράσματα περιλαμβάνονται η εκτίναξη της δαπάνης των νοικοκυριών (777 εκατομμύρια ευρώ ετησίως!) για τη διδασκαλία ξένων γλωσσών λόγω της αδιαφορίας του δημόσιου συστήματος εκπαίδευσης για τη συστηματική διδασκαλία τους, οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες στην παροχή ξενόγλωσσης εκπαίδευσης και οι πολύ κακές εργασιακές σχέσεις στα Κέντρα Ξένων Γλωσσών.
Συνοπτικά, τα σημαντικότερα συμπεράσματα:
Εκτίναξη των δαπανών των νοικοκυριών για την ξενόγλωσση εκπαίδευση
Σύμφωνα με την έρευνα του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, περίπου 777 εκ. ευρώ κατευθύνθηκαν στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, σημειώνοντας αύξηση 12,6% σε σχέση με το 2022 και 9,1% σε σύγκριση με το 2013 (τρέχουσες τιμές). Παρά τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας, η επένδυση στην ξενόγλωσση εκπαίδευση παραμένει σταθερά υψηλή, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημασία που της αποδίδουν οι οικογένειες για τη μόρφωση και την επαγγελματική προοπτική των παιδιών τους. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η δαπάνη για την ξενόγλωσση εκπαίδευση είναι σημαντικά υψηλότερη και από αυτήν για την φροντιστηριακή γενική εκπαίδευση (614 εκ. ευρώ το 2023 βάσει της έρευνας του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ.
Γιατί η μάθηση ξένης γλώσσας δεν προχωράει μέσα στην εκπαίδευση;
Το σημαντικότατο ποσό που δαπανούν τα νοικοκυριά για την ξενόγλωσση εκπαίδευση δικαιολογείται από το γεγονός ότι το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα την έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει! Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ (PISA 2018), η Ελλάδα αφιερώνει τον λιγότερο χρόνο διδασκαλίας μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ! Οι μαθητές στην Ελλάδα διδάσκονται ξένες γλώσσες μόλις 1,8 ώρες την εβδομάδα, έναντι 3,6 ωρών κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ – γεγονός που κατατάσσει τη χώρα στην τελευταία θέση στην ΕΕ ως προς το διαθέσιμο χρόνο στη γλωσσική διδασκαλία.
Με βάση, μάλιστα, τα στοιχεία από τις απαντήσεις των ερωτώμενων μαθητών και γονέων, τα Κ.Ξ.Γ αναγνωρίζονται ως βασικός πυλώνας της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης στη χώρα μας. Οι υψηλότερες αναφορές σχετίζονται με την κάλυψη της αδυναμίας του σχολείου να διδάξει αποτελεσματικά ξένες γλώσσες (29% των γονέων και 27% των νέων), καθώς και με τη λειτουργία των Κέντρων ως κύριας δομής εκμάθησης (27% και 26% αντίστοιχα). Επιπλέον, περίπου 1 στους 2 γονείς ή νέους, θεωρούν ότι τα Κ.Ξ.Γ αποτελούν ουσιαστικά τον μοναδικό φορέα εκπαίδευσης στις ξένες γλώσσες. Είναι σημαντικό, επίσης, να τονιστεί ότι η πρότασης να αναλαμβάνει το δημόσιο σχολείο την προετοιμασία για τις εξετάσεις του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας έχει συντριπτική αποδοχή. Συγκεκριμένα, 92,8% των γονέων και 88,2% των νέων δηλώνουν υπέρ αυτής της πρότασης.
Οι δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών
Η εκμάθηση ξένων γλωσσών, αποτυπώνουν τη σταθερή επένδυση των οικογενειών στην απόκτηση γλωσσικών δεξιοτήτων εκτός του σχολείου. Μέσα από τα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ, αναδεικνύονται τόσο οι συνολικές ετήσιες δαπάνες όσο και οι διαφοροποιήσεις τους ανά βαθμίδα εκπαίδευσης και με βάση τα κοινωνικο-δημογραφικά τους χαρακτηριστικά. Τα βασικά ευρήματα είναι τα ακόλουθα:
- Περίπου 777 εκατ. € κατευθύνθηκαν στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, σημειώνοντας αύξηση 12,6% σε σχέση με το 2022 και 9,1% σε σύγκριση με το 2013 (τρέχουσες τιμές). Παρά τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας, η επένδυση στην ξενόγλωσση εκπαίδευση παραμένει σταθερά υψηλή, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σημασία που της αποδίδουν οι οικογένειες για τη μόρφωση και την επαγγελματική προοπτική των παιδιών τους. Το ιστορικά χαμηλότερο επίπεδο δαπάνης, καταγράφεται το 2017, ενώ από το 2018 και μετά, οι δαπάνες αυξάνονται σταδιακά, με ισχυρή άνοδο τα τελευταία δύο χρόνια.
- Το 37,9% των δαπανών για ξένες γλώσσες αφορά σε μαθητές της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Οι δαπάνες για την εκμάθηση ξένων γλωσσών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκαν σημαντικά (κατά 48,8%) την τελευταία δεκαετία, φτάνοντας τα 294,8 εκατ. € το 2023, από 198 εκατ. € το 2013. Η τάση αυτή υποδηλώνει ότι ολοένα και περισσότερες οικογένειες επιλέγουν να ξεκινήσουν την ξενόγλωσση εκπαίδευση των παιδιών τους από μικρή ηλικία, παρά τις οικονομικές πιέσεις. Επιπροσθέτως στην τάση αυτή, ενδεχομένως να έχει παίξει ρόλο και η ενίσχυση των αγγλικών στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού καθώς και η ένταξή τους στο Νηπιαγωγείο.
- H δευτεροβάθμια εκπαίδευση, απορροφά το μεγαλύτερο μερίδιο της δαπάνης, με 353 εκατ. € και ποσοστό 45,4%. Αν και σε σύγκριση με το 2013 καταγράφεται μείωση 13,6%, την τελευταία επταετία η δαπάνη κυμαίνεται σε σχετικά σταθερά επίπεδα, με αισθητή, μάλιστα, άνοδο την τελευταία χρονιά (+10%). Η αύξηση αυτή αντανακλά πιθανόν την επίδραση της γενικευμένης ακρίβειας και την ανελαστικότητα της ζήτησης για ξενόγλωσση εκπαίδευση, που εξακολουθεί να αποτελεί προτεραιότητα για τις οικογένειες.
- Η κατηγορία «άτομα που δεν παρακολουθούν κάποια βαθμίδα» (π.χ. ενήλικες, φοιτητές κ.α.) παρουσίασε αύξηση κατά 22,8% την τελευταία δεκαετία, με τις δαπάνες να φτάνουν τα 129,2 εκατ. € το 2023, αντιστοιχώντας στο 16,6% του συνόλου. Η άνοδος είναι εντονότερη μετά το 2020 (+27,3%) και ενδέχεται να σχετίζεται με την αυξημένη ανάγκη για επαγγελματικές δεξιότητες στην αγορά εργασίας αλλά και με την ανάπτυξη των online μαθημάτων κατά την περίοδο της πανδημίας.
