Άνθρωποι στα μνήματα: Οι συγκλονιστικές εικόνες από τη Μυτιλήνη φέρνουν στον νου μεγαλειώδη κείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας

Δεν θα σταθούμε στα πολιτικά παιχνίδια που “παίζονται” στη Μόρια. Δεν θα σταθούμε στο ποιος έβαλε τη φωτιά στο ΚΥΤ και γιατί -αυτό είναι δουλειά της δικαιοσύνης, η οποία θα θέσει και τις όποιες ποινές. Δεν μπορούμε να προσπεράσουμε, όμως, τις φωτογραφίες που δημοσίευσε χθες η ρεπόρτερ Δάφνη Τόλη από ανθρώπους που έχοντας χάσει τα καταφύγιά τους, αναζήτησαν προσωρινό καταφύγιο και δροσιά ανάμεσα στα μνήματα, σε νεκροταφείο της Μυτιλήνης.

Από τη στιγμή που κυκλοφόρησαν οι εικόνες αυτές στα social media, αμέτρητοι χρήστες δημοσίευσαν αποσπάσματα κορυφαίων κειμένων της ελληνικής λογοτεχνίας, με αναφορές στη Μικρασιατική Καταστροφή, κατά την οποία, όπως τα κείμενα αποκαλύπτουν, δεν ήταν λίγοι και οι Έλληνες που βρέθηκαν σε αντίστοιχη τραγική μοίρα.

Με την ελπίδα η αδιανόητη φρίκη που ζουν οι άνθρωποι αυτοί έναν αιώνα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή να πάρει τέλος το συντομότερο δυνατό, παραθέτουμε τα αποσπάσματα αυτά που αξίζει όλοι να θυμηθούμε ή και να γνωρίσουμε.

“Γιαγιά Φιλιώ, η Μικρασιάτισσα”, της Φιλιώς Χαϊδεμένου (εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος)

(απόσπασμα όπως δημοσιεύτηκε στη σελίδα Βιβλιοπωλείο Μικρό Καράβι)

[…]

“Φεύγω και ρωτάω μια κυρία που συνάντησα αν έχει εκεί κοντά κάποια εκκλησία ή σχολείο, όπου θα μπορούσαμε να μείνουμε.

«Κοίταξε να δεις», μου λέει εκείνη, «η εκκλησία είναι κλειδωμένη και δεν μπορείς να μπεις, αλλά, αν προχωρήσεις μέχρι την άκρη του χωριού, θα βρεις την εκκλησία του νεκροταφείου, την Αγία Παρασκευή, που είναι ανοιχτή».

Βρήκαμε το νεκροταφείο, αλλά η εκκλησία ήταν κλειστή. Δίπλα της βρισκόταν το οστεοφυλάκιο. Δοκιμάζω την πόρτα του· ήταν ανοιχτή.

«Εδώ θα μείνουμε απόψε», λέω στην οικογένειά μου.

«Μαμά! Βλέπεις τι είναι εδώ;» μου λέει η κόρη μου.

«Παιδάκι μου, δεν είναι τίποτα», προσπαθώ να την καθησυχάσω. «Οι πεθαμένοι δεν είναι παρά άνθρωποι σαν κι εμάς. Κι εμείς κάποια μέρα θα γίνουμε σαν κι αυτούς. Στη Μικρά Ασία, στην Καταστροφή, εμείς μέναμε ακόμα και μέρες ολόκληρες αγκαλιά με τους πεθαμένους, γιατί κρυβόμασταν.

[…]

Μπαίνουμε μέσα, αδειάζω τα οστά από τα κιβωτιάκια, τα σπάω κι ανάβω μια φωτιά στη μέση του οστεοφυλάκιου. Ζεσταθήκαμε λίγο κι ευτυχώς η πόρτα από πάνω είχε μια μεγάλη χαραμάδα κι έτσι ο καπνός είχε διέξοδο να βγει και δεν μας έπνιξε. Τώρα έπρεπε να βρω κάτι για να φάμε. Βρήκαμε μπουκαλάκια με λάδι. Βρίσκω ένα πήλινο δοχείο και χύνω μέσα το λάδι. «Αύριο, μόλις ξημερώσει, θα βρω κάτι να μαγειρέψω», τους λέω. Πέφτουμε να κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι και μόλις μας είχε πάρει ο ύπνος ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μια γυναίκα, πολύ φτωχικά ντυμένη.

«Πώς θα ξημερώσετε χωρίς να φάτε και μ’ αυτό το κρύο;» μας λέει. «Εγώ δεν μπορώ να σας πάρω στο σπίτι μου, γιατί ο γαμπρός μου δεν μ’ αφήνει να βάζω κανέναν στο σπίτι. Τουλάχιστον πάρτε κάτι να φάτε», και μας δίνει δύο βρασμένα αβγά κι ένα κομμάτι τυρί.

Τέσσερεις μέρες μείναμε σ’ εκείνο το οστεοφυλάκιο. Η γυναίκα μάς ξανάφερε φαγητό –ο Θεός ν’ αναπαύει την ψυχούλα της…”

“Ματωμένα Χώματα”, της Διδώς Σωτηρίου (εκδόσεις Κέδρος)

“Πήγαμε στο νεκροταφείο. Ούτε σπιθαμή να σταθείς. Είχανε προλάβει άλλοι, πριν από μας, και πήρανε την πρωτοκαθεδρία. Βγάλανε απ’ τους τάφους λιωμένους κι άλιωτους νεκρούς και βάλαν οι ζωντανοί τα στρωσίδια τους και τα παιδιά τους. Γυναίκες γεννούσανε πρόωρα. Είχε διαδοθεί στους γύρω μαχαλάδες: «Οποία είναι για γέννα, στο νεκροταφείο. Παραστέκουνε και γιατροί!». Γερόντισσες βράζανε νερά για τις λεχώνες με προσάναμμα κόκαλα πεθαμένων!”

“Ιδιωτικό νεκροταφείο”, Μάρκος Μέσκος (1975)

Μήτε οι ζητιάνοι απόμειναν της εποχής
εκείνης. Κουρέλια φύλλα μονάχα.
Ποιο τ’ όφελος ποιο κέρδος έλεγες τάχα
ποιο το γλυκό αντιστάθμισμα της ενοχής;

Κανένα! Μα εσύ δεν βούτηξες στο νερό
τη φωτιά έντρομος δεν έβαλες στο χέρι.
Πίσω από τα περασμένα το χαμπέρι
κλάψανε άλλοι τον παγωμένο νεκρό.

Και η ενοχή φαρμάκι και πικρή χολή
γιατί έπρεπε στα βάραθρα να αποστείλω
θεριά δεμένα δαίμονες και τον σκύλο
που με κοιτάζει τώρα με ματιά θολή.