Γράφει η Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου, PsyD, MSc, Counselling Psychologist – Psychotherapist / Infertility Counsellor, Head of Counselling services at SYNEIDOS ([email protected])
Υπάρχει μια φράση που οι γονείς εφήβων ακούν και λένε συχνά και στον εαυτό τους «Εφηβεία είναι. Θα περάσει». Και πράγματι, η εφηβεία είναι μια περίοδος μεγάλων αλλαγών. Το παιδί που μέχρι χθες μιλούσε ασταμάτητα μπορεί ξαφνικά να κλείνεται στο δωμάτιό του, να θυμώνει πιο εύκολα, να ζητά περισσότερη ιδιωτικότητα, να αμφισβητεί τους γονείς του και να μοιάζει κάποιες φορές σαν να μιλά μια εντελώς διαφορετική γλώσσα. Όμως υπάρχει μια σημαντική διάκριση που χρειάζεται να κάνουμε. Άλλο η εφηβεία και άλλο η ψυχική δυσφορία που μπορεί να κρύβεται πίσω από κάποιες συμπεριφορές. Το ζητούμενο δεν είναι να ανησυχούμε για κάθε αλλαγή αλλά να μπορούμε να αναγνωρίζουμε πότε η συμπεριφορά ενός εφήβου αποτελεί μέρος της φυσιολογικής αναπτυξιακής πορείας και πότε μας λέει ότι κάτι τον δυσκολεύει περισσότερο από όσο μπορεί να διαχειριστεί μόνος του.
Πάμε να δούμε αναλυτικά τα σημεία που φαίνεται να παρατηρούν οι γονείς.
Δεν είναι απλώς «νεύρα», όταν ο θυμός γίνεται ο μόνιμος τρόπος επικοινωνίας. Ο θυμός είναι συχνό συναίσθημα στην εφηβεία καθώς ο έφηβος διεκδικεί αυτονομία, δοκιμάζει όρια και συχνά δυσκολεύεται ακόμη να ρυθμίσει αποτελεσματικά τα έντονα συναισθήματά του. Χρειάζεται όμως να προσέξουμε όταν ο θυμός γίνεται σχεδόν καθημερινός και επηρεάζει σημαντικά τη σχέση του με την οικογένεια, τους φίλους ή το σχολείο. Όταν ένα παιδί είναι διαρκώς ευερέθιστο, ξεσπά υπερβολικά, δεν μπορεί να ηρεμήσει ή φαίνεται να βρίσκεται συνεχώς σε ένταση, ίσως αξίζει να αναρωτηθούμε τί κρύβεται πίσω από τον θυμό. Μερικές φορές είναι άγχος, άλλοτε απογοήτευση, μοναξιά, αίσθηση αποτυχίας ή κάτι που ο έφηβος δεν ξέρει πώς να εκφράσει με λόγια.
Όταν αποσύρεται από όλους και όχι μόνο από εμάς. Το να θέλει ένας έφηβος να περνά περισσότερο χρόνο στο δωμάτιό του είναι φυσιολογικό. Η ανάγκη για ιδιωτικότητα αποτελεί μέρος της αυτονόμησης και είναι διαφορετικό από το να εγκαταλείπει όταν σταδιακά δραστηριότητες που μέχρι πρότινος απολάμβανε, να αποφεύγει τους φίλους του, να μην θέλει να βγαίνει και φαίνεται να αποσύρεται από σχεδόν κάθε κοινωνική επαφή. Η ερώτηση δεν είναι γιατί δεν θέλει να βγει, αλλά αν έχει πάψει να θέλει ή να μπορεί ; Η διαφορά είναι σημαντική.
Όταν αλλάζει αισθητά ο ύπνος ή η ενέργειά του. Ο ύπνος στην εφηβεία αναμένεται να αλλάζει και είναι απολύτως φυσιολογικό. Πολλοί έφηβοι κοιμούνται αργότερα και δυσκολεύονται να ξυπνήσουν νωρίς. Όταν όμως βλέπουμε μια έντονη και επίμονη αλλαγή – πολύ περισσότερες ώρες ύπνου, σημαντική δυσκολία να σηκωθεί από το κρεβάτι, επίμονη αϋπνία ή μια εμφανή πτώση της ενέργειας – αξίζει να το παρατηρήσουμε, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν αλλαγές στη διάθεση, στη σχολική λειτουργικότητα ή στις κοινωνικές σχέσεις. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει ψυχολογικό πρόβλημα αλλά ότι κάτι έχει αλλάξει και χρειάζεται να καταλάβουμε τι.
Όταν το σχολείο αλλάζει απότομα. Ένας έφηβος μπορεί να βαρεθεί ένα μάθημα, να πάρει έναν χαμηλό βαθμό ή να περάσει μια περίοδο μειωμένης διάθεσης για διάβασμα. Αυτό που θα μας προβληματίσει περισσότερο είναι μια σημαντική και επίμονη αλλαγή: πτώση της σχολικής επίδοσης, απουσίες, άρνηση να πάει σχολείο, δυσκολία συγκέντρωσης ή έντονο άγχος γύρω από το σχολείο. Πίσω από αυτό μπορεί να βρίσκεται άγχος επίδοσης, κοινωνική δυσκολία, bullying, φόβος αποτυχίας ή κάτι άλλο που ο γονιός δεν γνωρίζει. Γι’ αυτό η προτροπή να διαβάσει περισσότερο δεν είναι πάντα η σωστή πρώτη απάντηση. Μερικές φορές καλό είναι να προηγείται μια άλλη ερώτηση: «Τι είναι αυτό που σου έχει γίνει τόσο δύσκολο στο σχολείο;»
Όταν η εικόνα του σώματος καταλαμβάνει υπερβολικό χώρο στη σκέψη του. Η εμφάνιση αποκτά μεγάλη σημασία στην εφηβεία. Οι αλλαγές του σώματος, η ανάγκη αποδοχής και η σύγκριση με συνομηλίκους μπορούν να κάνουν έναν έφηβο ιδιαίτερα ευαίσθητο στην εικόνα του. Χρειάζεται όμως προσοχή όταν η ενασχόληση με το βάρος, το σώμα ή την εμφάνιση γίνεται υπερβολική. Όταν το παιδί αποφεύγει γεύματα, γυμνάζεται καταναγκαστικά, αισθάνεται έντονη ντροπή για το σώμα του, αποφεύγει κοινωνικές δραστηριότητες επειδή «δεν δείχνει καλά» ή η αυτοεκτίμησή του εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την εμφάνισή του, δεν είναι κάτι που θα πρέπει απλώς να προσπεράσουμε ως «ανασφάλεια της ηλικίας».
Όταν λέει «δεν με νοιάζει τίποτα». Οι έφηβοι μπορεί να χρησιμοποιούν συχνά απόλυτες εκφράσεις όπως αυτή αλλά και «Δεν έχει νόημα.» «Δεν με ενδιαφέρει τίποτα.» Δεν χρειάζεται να τρομάζουμε με κάθε τέτοια φράση αλλά είναι σημαντικό να ακούμε το σύνολο της εικόνας. Αν ο έφηβος δείχνει για μεγάλο διάστημα ότι έχει χάσει το ενδιαφέρον του για πράγματα που αγαπούσε, νιώθει διαρκώς άδειος ή απελπισμένος, απομονώνεται ή εκφράζει ότι δεν βλέπει νόημα στο μέλλον, η κατάσταση χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή. Και εδώ υπάρχει ένας κανόνας που αξίζει να θυμόμαστε. Ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε να ρωτήσουμε. Αν ένας γονιός ανησυχεί ότι το παιδί του μπορεί να σκέφτεται να κάνει κακό στον εαυτό του, μια άμεση και ήρεμη ερώτηση δεν «βάζει ιδέες». Αντίθετα, μπορεί να ανοίξει έναν δρόμο επικοινωνίας και να βοηθήσει να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της κατάστασης. Σε περίπτωση αναφοράς αυτοτραυματισμού ή σκέψεων αυτοκτονίας, χρειάζεται άμεση αξιολόγηση από κατάλληλο επαγγελματία ψυχικής υγείας και, όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, επείγουσα βοήθεια.
Όταν το άγχος αρχίζει να οργανώνει τη ζωή του : «Δεν θέλω να πάω.», «Κι αν γίνει κάτι;», «Κι αν γελάσουν μαζί μου;», «Κι αν αποτύχω;» Το άγχος είναι μέρος της ζωής και στην εφηβεία μάλιστα μπορεί να ενταθεί λόγω σχολικών απαιτήσεων, κοινωνικών σχέσεων και της ανάγκης αποδοχής. Το σημαντικό είναι να δούμε αν το άγχος περιορίζει τη ζωή του παιδιού. Αν αποφεύγει συστηματικά δραστηριότητες, φίλους, σχολείο, εξετάσεις ή καταστάσεις που προηγουμένως μπορούσε να διαχειριστεί, τότε δεν μιλάμε απλώς για «ένα αγχωμένο παιδί». Μιλάμε για ένα παιδί που ίσως χρειάζεται βοήθεια ώστε να μη γίνει η αποφυγή ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον φόβο.
Όταν κάτι μέσα σου ως γονιός λέει «δεν είναι όπως πριν». Ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο σημάδι, όχι επειδή ο γονιός πρέπει να γίνει διαγνωστικός μηχανισμός αλλά επειδή γνωρίζει το παιδί του. Όταν βλέπουμε μια επίμονη αλλαγή σε σχέση με τον προηγούμενο εαυτό του παιδιού, όταν η αλλαγή κρατά, μεγαλώνει και επηρεάζει περισσότερους από έναν τομείς της ζωής του, αξίζει να σταθούμε λίγο περισσότερο. Είναι σημαντικό να το ρωτήσουμε τί του συμβαίνει και να αποφύγουμε να κολλήσουμε μια ταμπέλα.
Και θα μου πείτε, πώς πρέπει εν τέλει να αντιδράσουν οι γονείς ; Ίσως το πιο εύκολο είναι να αντιδράσουμε με αυτό που γνωρίζουμε ήδη….να δώσουμε συμβουλές, να βάλουμε όρια, να πιέσουμε, να συγκρίνουμε, να πούμε «κι εγώ στην ηλικία σου…». Όμως ένας έφηβος που δυσκολεύεται δεν χρειάζεται πάντα μια λύση εκείνη τη στιγμή. Χρειάζεται πρώτα έναν ενήλικα που μπορεί να αντέξει να ακούσει αυτό που συμβαίνει χωρίς να πανικοβληθεί. Αν πει: «Δεν αντέχω άλλο το σχολείο», δεν χρειάζεται η πρώτη απάντηση να είναι: «Μα γιατί; Όλοι πάνε σχολείο». Αν πει: «Δεν μου αρέσει καθόλου ο εαυτός μου», δεν χρειάζεται να του απαντήσουμε αμέσως: «Μα είσαι μια χαρά! Είσαι πανέμορφος». Μπορούμε να δοκιμάσουμε να το προσεγγίσουμε με κάτι πιο απλό: «Θέλω να μου πεις τι είναι αυτό που σε κάνει να νιώθεις έτσι». Γιατί πολλές φορές ο στόχος δεν είναι να πείσουμε τον έφηβο ότι δεν υπάρχει πρόβλημα αλλά να τον βοηθήσουμε να μας δείξει ποιο είναι το πρόβλημα όπως το βιώνει ο ίδιος.
Η εφηβεία δεν είναι ασθένεια. Είναι μια περίοδος μετάβασης, αναζήτησης ταυτότητας, αυτονόμησης και έντονων αλλαγών. Και ναι, μερικές φορές ο έφηβος θα είναι δύσκολος, απότομος, κλειστός, αντιδραστικός. Αλλά όταν η αλλαγή είναι έντονη, επίμονη και επηρεάζει τη λειτουργικότητά του, δεν χρειάζεται να πούμε απλώς:«Είναι η εφηβεία». Χρειάζεται να πούμε: «Ας δούμε τι χρειάζεται αυτό το παιδί αυτή τη στιγμή».
Γιατί το να ζητήσει ένας έφηβος βοήθεια δεν σημαίνει ότι κάτι «πάει στραβά» μαζί του. Σημαίνει ότι κάποια στιγμή δυσκολεύτηκε περισσότερο από όσο μπορούσε να διαχειριστεί μόνος του. Και εκεί ακριβώς αρχίζει ο ρόλος του ενήλικα: όχι να λύσει τα πάντα για εκείνον, αλλά να μην τον αφήσει να τα κουβαλήσει μόνος του. Το να ζητήσουν οι γονείς βοήθεια δεν σημαίνει ότι απέτυχαν ως γονείς. Σημαίνει ότι αναγνώρισαν πως το παιδί τους περνά κάτι που ίσως χρειάζεται περισσότερη στήριξη από αυτή που μπορούν να του προσφέρουν μόνοι τους.
