“O 3,5 ετών γιος μου χτυπάει εμένα και τους άλλους”: Πώς θα σταματήσουμε εγκαίρως την ανεπιθύμητη συμπεριφορά

“Ο 3,5 ετών γιος μου άρχισε στα καλά καθούμενα να χτυπάει, να πετάει πράγματα και να δαγκώνει. Μέχρι τα 2 ήταν ένα πραγματικά χαρούμενο και καλόβολο παιδάκι, όμως μεγαλώνοντας και αφού άρχισε το σχολείο, χωρίς κάποιον προφανή λόγο, άρχισε να μας χτυπά και να μας πετά παιχνίδια. Η υπομονή μου έχει πλέον εξαντληθεί και έχω φτάσει να του φωνάζω να μη με χτυπάει. Προσπάθησα να τον ρωτήσω τι του συμβαίνει, αλλά δεν δίνει κάποια συγκεκριμένη απάντηση. Τι άλλο να κάνω;”

Μπορούμε να σκεφτούμε πάρα πολλές μαμάδες που θα έθεταν το παραπάνω ερώτημα. Δυστυχώς, συμβαίνει συχνά παιδιά αυτής της ηλικίας, συνήθως αγόρια αλλά και κορίτσια, να παρουσιάζουν τέτοια συμπεριφορά και, παρόλο που δεν θα πρέπει να κρίνουμε την κάθε περίπτωση σαν μία, υπάρχουν κάποιες κοινές οδηγίες που η εξαιρετική παιδοψυχολόγος Janet Lansbury προτείνει στους γονείς να ακολουθήσουν:

“Καταρχάς, είναι λίγο περίεργο ένα παιδάκι στα 2 να μην έχει επιδείξει καμία αντίσταση ή αντιδραστική συμπεριφορά και ξαφνικά στα 3 να φέρεται έτσι. Μήπως απλά οι γονείς σε εκείνη την φάση ενέδιδαν πιο εύκολα στις επιθυμίες του για να μην αποφύγουν να το δυσαρεστήσουν και να υποστούν τα κλάματα και τις φωνές του; Μήπως λειτουργείτε λίγο σαν να φοβάστε διαρκώς μη “ραγίσει” το γυαλί και είτε γίνετε εσείς υπερβολικά αυστηροί (ή και κακοί) στα μάτια του παιδιού είτε εκείνο αναστατωθεί και πληγωθεί;

Οι ανησυχίες μην αναστατώσουμε το παιδί μας, συχνά μας αποτρέπουν από το να κατανοήσουμε ότι η ανεπιθύμητη συμπεριφορά του αποτελεί ένα ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί με σαφήνεια. Και όταν τα παιδιά δεν παίρνουν τις απαντήσεις που χρειάζονται, τα ερωτήματά τους γίνονται όλο και πιο επίμονα!

Όταν τα παιδιά μας φτάνουν στα όριά μας, αυτό που έχουν στην πραγματικότητα ανάγκη είναι να γίνουμε για εκείνα ικανοί ηγέτες. Δεν αποζητούν την υπομονή μας. Αναπτυξιακά σε αυτή την ηλικία τα παιδιά έχουν ανάγκη να επιβεβαιώσουν την ατομικότητα και την αυτονομία τους που σημαίνει να μας δοκιμάζουν και να διαφωνούν μαζί μας συχνά, ωστόσο έχουν και ανάγκη να νιώθουν την ασφάλεια και την προστασία των σαφών ορίων μας.

Αν διστάζουμε να γίνουμε οι ‘οδηγοί’ και οι δάσκαλοι των παιδιών μας, τα επιφορτίζουμε με μία δυσβάσταχτο μερίδιο εξουσίας -ειδικά όταν τους επιτρέπουμε να μας αποστραγγίζουν από όλη μας την υπομονή και να μας οδηγούν να αρχίσουμε τις φωνές γιατί δεν μας έχει απομείνει άλλο κουράγιο. Αυτό δεν είναι δίκαιο. Αντί να φωνάζουμε στο παιδί μας σταματήσει, χρειάζεται να εμπιστευτεί εμάς για να το σταματήσουμε.

Το παιδί στη φάση αυτή ξέρει πολύ καλά ότι με το χτύπημά του σας πονάει. Το γεγονός, όμως, ότι δεν μπορεί να εκφράσει γιατί το κάνει αυτό, δείχνει πόσο μπερδεμένο είναι μέσα του. Εκφράζεται με σαφήνεια μόνο μέσα από τη συμπεριφορά του. Αυτό που το εκνευρίζει είναι η δική σας έλλειψη απόκρισης. Έχει ανάγκη και δικαιούται μία σαφή απάντηση στο ερώτημά του: ‘Τι συμβαίνει όταν σε χτυπώ; Σε δαγκώνω; Σου πετάω παιχνίδια;’

Τι προτείνω;

1. Καταρχάς απαντήστε του σοβαρά αλλά όχι θυμωμένα -εννοώντας το: ‘Δεν θέλω να (με) χτυπάς’.

2. Αν συνεχίσει, σταματήστε τον: ‘Αν εσύ θες να χτυπάς, εγώ θα σε σταματήσω’. Κρατήστε του τα χέρια ή τους καρπούς και απομακρύνετε τα παιχνίδια που πετά και μπορεί να τραυματίσουν κάποιον.

3. Αντί να αναφέρεστε στον εαυτό σας ως ‘η μανούλα’, μιλήστε σε πρώτο πρόσωπο, σαν να μιλάτε σε ένα κανονικό άτομο όχι σε ένα μωρό. Πρόκειται για μια σημαντική στιγμή ανάμεσα σε εσάς και στον γιο σας, όχι ‘της μανούλας’, η επικοινωνία σας πρέπει να είναι άμεση και σαφής.

Η στάση σας αυτή, εφόσον διατηρείτε την ηρεμία σας, μπορεί να εκτονώσει τον θυμό του γιου σας, το οποίο θα ήταν το ιδανικό, γιατί το πιθανότερο είναι, ότι ‘αποθηκεύει΄ τα συναισθήματα αυτά για καιρό. Θα χρειαστεί, επίσης, την επιβεβαίωση, ότι το αποδέχεστε πλήρως και ότι δεν φοβάστε τα συναισθήματά του. Τα δεχόμαστε όλα τα συναισθήματα και όταν το παιδί μας ηρεμήσει μπορούμε να επανέλθουμε σε αυτά και να τα συζητήσουμε: “Ήθελες να (με) χτυπήσεις και δεν σε άφησα. Αυτό με στεναχώρησε. Εσύ πώς ένιωσες;’

Είναι θεμελιώδες να εφαρμόζουμε κάθε φορά αυτό το όριο, γιατί έτσι βάζουμε με αυτοπεποίθηση ένα φράγμα. Το παιδί μας εκδηλώνει την δυσαρέσκειά του (την απογοήτευση, τη λύπη, την οργή του), εμείς παραμένουμε αγκυροβολημένοι μέσα στην καταιγίδα του, αποδεχόμενοι με υπομονή και αναγνωρίζοντας τα συναισθήματά του και -τέλος- του δίνουμε την προσοχή που πραγματικά χρειάζεται: Γινόμαστε οι έμπιστοι ηγέτες του. Αποτρέπουμε το παιδί μας από το να ξεσηκώσει τον θυμό μας. Δείχνουμε πίστη στην ικανότητά του να χειριστεί τα δύσκολα συναισθήματα. Του παρέχουμε σαφήνεια, προστασία και αποδοχή. Δεν υπάρχει άλλη μέθοδος, με περισσότερη αγάπη, για να συνδεθούμε μαζί του.