Όταν τα σχολεία ξανανοίξουν οι μαθητές ΠΡΕΠΕΙ να είναι αυστηρά 15 ανά τάξη για λόγους πανδημίας

Τη μελέτη-τεκμηρίωση του αιτήματός της για λειτουργία των σχολείων με 15 μαθητές ανά τμήμα κατ’ ανώτατο όριο επαναφέρει η ΟΛΜΕ. Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση της ομοσπονδίας «μετά την απόφαση για επαναλειτουργία της δια ζώσης εκπαιδευτικής διαδικασίας στα γυμνάσια και τα λύκεια γενικής εκπαίδευσης (από την οποία έχουν εξαιρεθεί οι σχολικές μονάδες των «κόκκινων περιοχών»), ξαναδημοσιεύουμε τη μελέτη που διενεργήθηκε από το ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.

Γιατί πρέπει να παρθεί άμεσα απόφαση για 15 μαθητές ανά τάξη

Τα στοιχεία της έρευνας του ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ. που εκπονήθηκε κατά την περίοδο Σεπτέμβρη-Οκτώβρη 2020 αποδεικνύουν την υπερσυγκέντρωση μαθητών στα σχολικά τμήματα, και μάλιστα ιδιαίτερα στις περιοχές με υψηλή διασπορά του ιού, καθώς και τη δυνατότητα σχετικής μείωσης του αριθμού των μαθητών/τριών ανά τμήμα ακόμα και με την αξιοποίηση μόνο των υπαρχουσών κενών σχολικών αιθουσών στις λειτουργούσες σχολικές μονάδες.

Τόσο τα επιδημιολογικά στοιχεία όσο και η υπερσυγκέντρωση μαθητών στην συντριπτική πλειοψηφία των τμημάτων της επικράτειας αποδεικνύουν ότι οι αποφάσεις για επαναλειτουργία των σχολείων πρέπει να συνοδεύονται από μέτρα αραίωσης των μαθητών/τριών στα τμήματα.

Η ικανοποίηση του αιτήματος της ΟΛΜΕ για μείωση του αριθμού των παιδιών μέσα στις αίθουσες σε 15 μαθητές κατ’ ανώτατο όριο, μπορεί να περιορίσει σημαντικά (κατά 50%, σύμφωνα με έρευνα του Τμήματος Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΑΠΘ) τους δείκτες μετάδοσης του ιού, τόσο στη σχολική κοινότητα, όσο και στην ευρύτερη τοπική κοινότητα, μειώνοντας τις πιθανότητες να εμφανιστεί πάλι η ανάγκη αναστολής της λειτουργίας των σχολικών μονάδων.

Η έρευνα του ΚΕΜΕΤΕ για τον αριθμό μαθητών ανά τάξη

Τα πρώτα στοιχεία της έρευνας του ΚΕΜΕΤΕ, το πρώτο στάδιο της οποίας διεξήχθη με τη μέθοδο συμπλήρωσης ερωτηματολογίων που εστάλησαν σε σχολεία της χώρας, συνάγονται με βάση τις απαντήσεις που αφορούν ποσοστό 19% επί του συνόλου του μαθητικού δυναμικού σε όλη την Ελλάδα και 25% επί του συνόλου του μαθητικού δυναμικού στην Αττική.

Η πραγματική εικόνα της κατάστασης της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης δεν απεικονίζεται από τον μ.ό. των 17 μαθητών, αλλά από τη διάμεσο (αυτή που είναι μεγαλύτερη ή ίση από το 50% των παρατηρήσεων και μικρότερη ή ίση από το υπόλοιπο 50%) που είναι 22 μαθητές.

Τα πρώτα αποτελέσματα μας δείχνουν ότι πάνω από 9 στους 10 μαθητές συνωστίζονται σε πολυπληθή ή υπερμεγέθη τμήματα όπου είναι αδύνατον να τηρηθούν οι απαραίτητες αποστάσεις μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών.

Συγκεκριμένα:

• 34% των μαθητών πανελλαδικά φοιτούν σε τμήματα των 16-21 μαθητών
• στην Αττική το αντίστοιχο ποσοστό είναι 32%
• 63% των μαθητών πανελλαδικά φοιτούν σε τμήματα των 22-27 μαθητών
• στην Αττική το ποσοστό ανεβαίνει στο 67%
• μάλιστα 23% των μαθητών πανελλαδικά (το ¼ του μαθητικού δυναμικού) φοιτούν σε τμήματα των 25-27 μαθητών.
• στην Αττική το αντίστοιχο ποσοστό είναι 22%.

Από την συνολική εικόνα που μας δίνουν τα παραπάνω στοιχεία, το 96% των μαθητών πανελλαδικά φοιτούν σε τμήματα με πάνω από 17 μαθητές, ενώ στην Αττική το αντίστοιχο ποσοστό είναι 99%.

Πού θα μπορούσαν να βρεθούν νέες τάξεις;

Όσον αφορά στο επιχείρημα του Υπουργείου Παιδείας ότι δεν υπάρχουν κενές αίθουσες στις λειτουργούσες σχολικές μονάδες ούτε κενά σχολικά κτίρια, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι:

• Με βάση τα στοιχεία που έχει ως τώρα το ΚΕΜΕΤΕ στη διάθεση του (στο σύντομο χρονικό διάστημα του ενός μηνός) σχετικά με τις ήδη υπάρχουσες ελεύθερες αίθουσες εντός των σχολικών μονάδων, ο αριθμός των μαθητών που φοιτούν σε πολυπληθή τμήματα (27 μαθητών) θα μπορούσε να μειωθεί άμεσα ως και 63%, ανάλογα με το μέγεθος των τμημάτων

• Η συνολική ένταση του προβλήματος θα μπορούσε να μειωθεί κατά 41% και μόνο με την έγκαιρη αξιοποίηση κενών αιθουσών που υπάρχουν στα λειτουργούντα σχολεία.

• Μία άλλη σίγουρη πηγή κενών αιθουσών είναι τα σχολεία που έκλεισαν την προηγούμενη δεκαετία. Ο αριθμός τους ξεπερνά τα 2.000. Η Ιταλία με μαθητικό πληθυσμό εξαπλάσιο του ελληνικού, είχε ανακοινώσει 3.000 νέα σχολεία. Η Ελλάδα θα μπορούσε να καλύψει μέρος των κτηριακών αναγκών της μέσα από αυτήν την πηγή, αρκεί να υπάρξει χαρτογράφηση των αναγκών και των διαθέσιμων τέτοιου είδους χώρων κατά περιοχή και εφόσον οι χώροι αυτοί διαμορφωθούν κατάλληλα, ώστε να πληρούν προϋποθέσεις εκπαιδευτικές, υγειονομικές και κτηριακής ασφάλειας. Ανάλογα και με τις ίδιες προϋποθέσεις μπορούν χρησιμοποιηθούν και άλλα δημόσια κτήρια, όπως χώροι πολιτισμού, μουσεία, πολιτιστικά κέντρα βιβλιοθήκες κ.λπ., που διαθέτουν πάρα πολλοί δήμοι σε όλη την Ελλάδα (σύμφωνα και με τις προτάσεις του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΑΠΘ).