Ένα άρθρο που μας έστειλε προβληματισμένος γονέας
Υπάρχουν αριθμοί που κάποια στιγμή παύουν να είναι απλώς αριθμοί.
Σχεδόν 10.000 θέσεις παραμένουν κενές στα δημόσια πανεπιστήμια μετά τις Πανελλαδικές του 2026. Συγκεκριμένα, από τις 62.329 θέσεις που διατέθηκαν για υποψηφίους των Γενικών Λυκείων στη γενική σειρά, καλύφθηκαν οι 52.590, αφήνοντας 9.739 κενές.
Και κάπου εδώ ένας γονιός μπορεί δικαιολογημένα να σταθεί και να ρωτήσει:
Πώς γίνεται την ίδια στιγμή να έχουμε παιδιά που θέλουν να σπουδάσουν, οικογένειες που αγωνιούν για μια θέση στο πανεπιστήμιο και πανεπιστημιακά τμήματα που δεν βρίσκουν φοιτητές;
Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο. Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής εφαρμόζεται από το 2021 και από την πρώτη στιγμή προκάλεσε έντονη συζήτηση στην εκπαιδευτική κοινότητα.
Ο στόχος της ήταν σαφής: να μην εισάγονται στα πανεπιστήμια υποψήφιοι με εξαιρετικά χαμηλές επιδόσεις και να ενισχυθεί το ακαδημαϊκό επίπεδο των ΑΕΙ.
Αλλά πέντε χρόνια μετά, ίσως ήρθε η στιγμή να δούμε όχι μόνο τι ήθελε να πετύχει η ΕΒΕ, αλλά και τι τελικά παράγει στην πράξη.
Όταν υπάρχουν θέσεις, αλλά δεν υπάρχουν φοιτητές
Τα στοιχεία είναι δύσκολο να αγνοηθούν.
Για τις Πανελλαδικές του 2025, από τις 10.628 κενές θέσεις σε 145 τμήματα, οι 9.078 –ποσοστό 85,4%– αποδόθηκαν στην ΕΒΕ, σύμφωνα με ανάλυση του εκπαιδευτικού αναλυτή Γιάννη Ζαμπέλη. Στην περιφέρεια, μάλιστα, το ποσοστό των κενών θέσεων που συνδέεται με την ΕΒΕ έφτασε, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, το 92%-95%.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο παράδοξο σημείο.
Δεν μιλάμε απαραίτητα για παιδιά που δεν ήθελαν να πάνε σε αυτές τις σχολές.
Σε πολλές περιπτώσεις μιλάμε για υποψηφίους που είχαν δηλώσει τα συγκεκριμένα τμήματα, αλλά δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο της ΕΒΕ.
Οι θέσεις υπήρχαν.
Τα παιδιά υπήρχαν.
Αυτό που δεν υπήρξε ήταν η απαιτούμενη βαθμολογία.
Και η θέση έμεινε κενή.
Το πανεπιστήμιο δεν είναι μόνο οι υψηλόβαθμες σχολές
Ίσως εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια μεγαλύτερη συζήτηση. Γιατί όταν ακούμε «Πανεπιστήμιο», συχνά σκεφτόμαστε Ιατρική, Νομική, Πολυτεχνείο, Πληροφορική, Οικονομικές σχολές. Τμήματα με μεγάλη ζήτηση και υψηλές βάσεις.
Όμως το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό.
Υπάρχουν τμήματα σε πόλεις της περιφέρειας που δυσκολεύονται να προσελκύσουν φοιτητές. Υπάρχουν τμήματα που ξεκινούν τη χρονιά με ελάχιστους πρωτοετείς. Το 2026, για παράδειγμα, στο Τμήμα Ιερατικών Σπουδών Αθήνας εισήχθη μόλις ένας φοιτητής στις 39 διαθέσιμες θέσεις, ενώ στο Τμήμα Μαθηματικών Σάμου εισήχθησαν μόλις τέσσερις από τις 150 θέσεις.
Είναι άραγε λογικό να συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε αυτές τις περιπτώσεις αποκλειστικά ως «αποτυχία των μαθητών»;
Ή μήπως πρέπει κάποια στιγμή να κοιτάξουμε και τον ίδιο τον ακαδημαϊκό χάρτη;
Μήπως τελικά τιμωρούμε το παιδί για έναν βαθμό;
Ας το δούμε από την πλευρά μιας οικογένειας.
Ένα παιδί δίνει Πανελλαδικές. Διαβάζει, αγχώνεται, προσπαθεί. Μπορεί να μην γράψει όσο θα ήθελε. Μπορεί να κάνει ένα κακό γραπτό. Μπορεί να μην είναι καλό στις εξετάσεις, αλλά να έχει ενδιαφέρον, ικανότητες και πραγματική επιθυμία να σπουδάσει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο.
Το σύστημα του λέει:
«Δεν έπιασες το όριο. Δεν μπορείς να μπεις.»
Την ίδια στιγμή, ένα πανεπιστημιακό τμήμα μπορεί να έχει διαθέσιμες θέσεις.
Αυτό είναι το σημείο που προκαλεί τον προβληματισμό.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να πούμε ότι κάθε πανεπιστημιακό τμήμα πρέπει να έχει ένα ακαδημαϊκό κατώφλι και άλλο να θεωρούμε ότι ένας συγκεκριμένος αριθμός μπορεί από μόνος του να αποτυπώσει το πραγματικό δυναμικό ενός 18χρονου.
Η ΕΒΕ δεν γνωρίζει αν ένα παιδί έχει επιμονή.
Δεν γνωρίζει αν θα εξελιχθεί.
Δεν γνωρίζει αν θα αγαπήσει το αντικείμενο που επέλεξε.
Δεν γνωρίζει αν μέσα στο πανεπιστήμιο θα ανθίσει.
Γνωρίζει μόνο τη βαθμολογία του σε συγκεκριμένες εξετάσεις.
Και ίσως αυτό είναι το σημείο που χρειάζεται περισσότερη συζήτηση.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την ποιότητα
Για να είμαστε δίκαιοι, η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει μόνο από τη μία πλευρά.
Η ΕΒΕ θεσπίστηκε για έναν λόγο. Η είσοδος στο πανεπιστήμιο δεν μπορεί να είναι απλώς μια διαδικασία απορρόφησης όλων των υποψηφίων, ανεξάρτητα από την ακαδημαϊκή τους προετοιμασία.
Και είναι επίσης αλήθεια ότι δεν ευθύνεται αποκλειστικά η ΕΒΕ για κάθε κενή θέση.
Υπάρχουν τμήματα που οι μαθητές απλώς δεν επιλέγουν. Υπάρχουν σχολές που βρίσκονται σε περιοχές στις οποίες οι οικογένειες δυσκολεύονται να στείλουν τα παιδιά τους λόγω κόστους στέγασης και διαβίωσης. Υπάρχουν αντικείμενα που δεν θεωρούνται ελκυστικά από τους νέους, είτε επειδή δεν γνωρίζουν τις επαγγελματικές τους προοπτικές είτε επειδή δεν τις θεωρούν αρκετά ασφαλείς.
Αυτό ακριβώς κάνει την εικόνα πιο σύνθετη.
Δεν φταίει για όλα η ΕΒΕ. Αλλά ούτε μπορούμε να προσποιούμαστε ότι η ΕΒΕ δεν έχει συνέπειες.
Τι θα μπορούσε να αλλάξει;
Ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «ΕΒΕ ή όχι ΕΒΕ».
Ίσως πρέπει να ρωτήσουμε:
Μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα δικαιότερο σύστημα εισαγωγής;
Ένα σύστημα που θα διατηρεί ακαδημαϊκά κριτήρια, αλλά ταυτόχρονα θα λαμβάνει υπόψη τη διαφορετικότητα των τμημάτων, τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας, τη ζήτηση των φοιτητών και –κυρίως– τη βιωσιμότητα των πανεπιστημίων;
Γιατί δεν μπορεί να θεωρείται φυσιολογικό ένα τμήμα να έχει δεκάδες ή εκατοντάδες διαθέσιμες θέσεις και ταυτόχρονα να υπάρχουν νέοι που θέλουν να σπουδάσουν και δεν μπορούν να τις καταλάβουν.
Και δεν μπορεί επίσης να θεωρείται φυσιολογικό να συντηρούμε τμήματα τα οποία χρόνο με τον χρόνο αδειάζουν, χωρίς να εξετάζουμε αν χρειάζεται αλλαγή προγράμματος σπουδών, συγχώνευση, αναδιοργάνωση ή διαφορετική σύνδεση με την κοινωνία και την αγορά εργασίας.
Και ο γονιός έχει μια τελευταία ερώτηση
Ο γονιός που μας έστειλε αυτό το κείμενο δεν ζητά να καταργηθούν οι Πανελλαδικές.
Δεν ζητά να μπαίνουν όλοι στο πανεπιστήμιο.
Δεν ζητά να χαμηλώσει ο πήχης χωρίς κριτήρια.
Ζητά κάτι πολύ πιο απλό:
Να είμαστε βέβαιοι ότι το σύστημα που κρίνει το μέλλον των παιδιών μας είναι πραγματικά σχεδιασμένο για τα παιδιά.
Γιατί πίσω από κάθε αριθμό υπάρχει ένας μαθητής.
Και πίσω από κάθε κενή πανεπιστημιακή θέση υπάρχει ένα ερώτημα.
Μήπως το παιδί δεν ήταν αρκετά καλό;
Ή μήπως το σύστημα δεν κατάφερε να βρει τον σωστό τρόπο για να αξιοποιήσει αυτό που μπορούσε να γίνει;
Ίσως, πέντε χρόνια μετά την εφαρμογή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, αυτή να είναι η συζήτηση που αξίζει να ανοίξουμε.
Όχι για να χαμηλώσουμε τον πήχη. Αλλά για να βεβαιωθούμε ότι ο πήχης βρίσκεται στο σωστό σημείο.
Το άρθρο αποτελεί παρέμβαση προβληματισμένου γονέα που εστάλη στο InfoKids και αποτυπώνει προσωπικό προβληματισμό για το σύστημα εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση.
