Θυμάμαι σαν να είναι τώρα τη στιγμή. Ήμασταν στο πλοίο, από διακοπές στην Κεφαλονιά γυρνούσαμε. Εγώ στημένος στην πλώρη να απολαμβάνω τον αέρα στον πρόσωπο μου, χαμένος στις σκέψεις μου. Με πλησίασε, μύρισα το άρωμα της, πριν ακόμα τη δω και τύλιξε τα λεπτά της χέρια στη μέση μου. «Σ΄αγαπάω» μου ψιθύρισε στ΄αυτί και ανατρίχιασα. Γύρισα, τη φίλησα στο στόμα και άφησα τη ματιά μου να χαθεί στο όμορφο πρόσωπο της. «Το ξέρω» της απάντησα.
Με μια απότομη κίνηση, ξέφυγε από την αγκαλιά μου και άρχισε να γυρίζει σαν σβούρα. «Μάντεψε! Μάντεψε!» μου φώναξε. Τα ξανθά μαλλιά της, ποτάμι στο πρόσωπο της, ακολουθούσαν τον τρελό χορό της. Σαν νεράιδα του παραμυθιού, με τα χέρια ανοιχτά, εκεί κάτω απ’ τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού, μου φώναξε με όλη τη δύναμη της «Θα γίνεις μπαμπάς!». Νομίζω, όχι καλύτερα, είμαι σίγουρος, πως δεν υπήρχε άνθρωπος στον κόσμο τούτο πιο ευτυχισμένος από μένα εκείνη τη στιγμή.
