Γράφει η Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου, PsyD, MSc, Counselling Psychologist – Psychotherapist / Infertility Counsellor, Head of Counselling services at SYNEIDOS ([email protected])
Η συζήτηση για την απαγόρευση των social media στα παιδιά κάτω των 15 ετών στην Ελλάδα έχει ήδη ξεκινήσει. Και διαβάζοντας για το αυστραλιανό «πείραμα», που εφαρμόζει αντίστοιχο ηλικιακό περιορισμό για τους κάτω των 16, σκέφτηκα ότι ως μητέρα καταλαβαίνω απόλυτα την ανάγκη για ένα όριο. Ως ψυχολόγος, όμως, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ τι ακριβώς περιμένουμε να λύσει αυτό το όριο.
Γιατί είναι πραγματικά δύσκολο σήμερα να ζητάμε από έναν γονιό να προστατεύσει μόνος του το παιδί του από κάτι στο οποίο βρίσκονται σχεδόν όλοι οι συνομήλικοί του. Η συνήθης ένσταση… «Μα όλοι οι φίλοι μου έχουν Instagram»… δεν είναι απλώς ένα παιδικό επιχείρημα. Είναι η ανάγκη του παιδιού να ανήκει.
Στην εφηβεία, ο άλλος γίνεται συχνά ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο το παιδί προσπαθεί να αναγνωρίσει ποιος είναι. Και τα social media πολλαπλασιάζουν αυτούς τους καθρέφτες. Όταν ο ένας γονιός προσπαθεί να βάλει όρια, ενώ το παιδί βλέπει τους φίλους του να συμμετέχουν σε έναν ολόκληρο ψηφιακό κόσμο από τον οποίο εκείνο απουσιάζει, η κατάσταση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Γι’ αυτό καταλαβαίνω την αξία ενός θεσμικού ορίου. Μπορεί να αποφορτίσει τον γονιό από το να δίνει μόνος του αυτή τη μάχη.
Όμως η Αυστραλία μάς δίνει ήδη έναν λόγο να είμαστε προσεκτικοί με τα εύκολα συμπεράσματα. Το να κλείσει ένας λογαριασμός δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σταμάτησε η χρήση. Τα πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι πολλά παιδιά εξακολουθούν να βρίσκουν τρόπους πρόσβασης, ενώ η συνολική εικόνα παραμένει υπό αξιολόγηση. Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο της συζήτησης. Γιατί άλλο είναι να περιορίσεις την πρόσβαση και άλλο να αλλάξεις τη σχέση ενός παιδιού με τα social media.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί κάποια στιγμή το παιδί θα γίνει 15 ή 16. Και θα μπει. Και τότε θα συναντήσει έναν κόσμο στον οποίο θα υπάρχουν likes, followers, σχόλια, εικόνες «τέλειων» σωμάτων και «τέλειων» ζωών, σύγκριση, απόρριψη, FOMO και ανάγκη για επιβεβαίωση. Δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε όλα αυτά τα πράγματα. Μπορούμε όμως να έχουμε προετοιμάσει ένα παιδί να τα αντιμετωπίσει. Να έχει μάθει ότι η αξία του δεν μετριέται σε likes. Να μπορεί να αντέξει ότι κάποιος δεν θα το επιλέξει ή δεν θα το αποδεχτεί. Να μπορεί να βλέπει μια εικόνα χωρίς να τη χρησιμοποιεί ως μέτρο της δικής του αξίας. Να αναγνωρίζει πότε κάτι το κάνει να αισθάνεται ανεπαρκές. Να μπορεί να απομακρύνεται από κάτι που το δυσκολεύει χωρίς να αισθάνεται ότι χάνει την κοινωνική του ζωή. Να μπορεί να αντέξει τη ματαίωση χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά μια οθόνη για να την «αναισθητοποιήσει».
Γιατί δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε την ανάγκη για αποδοχή. Ούτε την ανάγκη να ανήκουμε. Δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε τη σύγκριση ούτε την αναζήτηση ταυτότητας. Αυτά είναι κομμάτια της εφηβείας. Τα social media δεν δημιούργησαν αυτές τις ανάγκες. Απλώς προσφέρουν έναν εξαιρετικά γρήγορο και μετρήσιμο τρόπο να τις τροφοδοτούμε.
Ένα like μπορεί να μοιάζει ασήμαντο. Για ένα παιδί όμως που ακόμη διαμορφώνει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του, η εξωτερική επιβεβαίωση μπορεί εύκολα να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία απ’ όση αντιλαμβανόμαστε. «Με βλέπουν. Άρα ανήκω. Άρα αξίζω.» Και αυτό δεν είναι απαραίτητα μια συνειδητή σκέψη. Είναι όμως ένας τρόπος με τον οποίο μπορεί να οργανώνεται σιωπηλά η σχέση του παιδιού με την εικόνα του εαυτού του. Γι’ αυτό έχει σημασία να μην αναρωτιόμαστε μόνο πόσο χρόνο περνά ένα παιδί στα social media, αλλά και τι λειτουργία έχουν αυτά για το ίδιο.
Τι κάνει όταν νιώθει μόνο του, όταν ζηλεύει, όταν απορρίπτεται, όταν βαριέται, όταν αισθάνεται ανεπαρκές αλλά και όταν δυσκολεύεται να αντέξει αυτό που νιώθει. Γιατί τότε η οθόνη μπορεί να μην είναι απλώς ψυχαγωγία. Μπορεί να γίνει ένας γρήγορος τρόπος ρύθμισης ή αποφυγής ενός συναισθήματος που το παιδί δεν έχει ακόμη μάθει να επεξεργάζεται.
Και εδώ βρίσκεται, ίσως, μια από τις σημαντικότερες δουλειές του γονιού. Η απαγόρευση μπορεί να αποτελέσει ένα εξωτερικό όριο. Ο στόχος όμως της ανατροφής δεν είναι να δημιουργήσουμε ένα παιδί που προστατεύεται επειδή κάποιος άλλος ελέγχει την πρόσβασή του. Είναι να βοηθήσουμε σταδιακά να δημιουργηθεί μέσα του ένας άνθρωπος που μπορεί να προστατεύει τον εαυτό του ακόμη κι όταν κανείς δεν τον ελέγχει. Να μπορεί κάποια στιγμή να πει «Αυτό μου κάνει κακό. Άρα σταματώ.» και όχι μόνο «Δεν το κάνω επειδή μου το απαγορεύουν.»
Αυτό είναι η μετάβαση από την εξωτερική στην εσωτερική ρύθμιση. Και είναι πολύ πιο δύσκολο να καλλιεργηθεί από μια απαγόρευση. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η συζήτηση για την ηλικιακή απαγόρευση είναι σημαντική, αλλά δεν πρέπει να σταματήσει εκεί. Δεν αρκεί να ρωτάμε πότε θα δώσουμε στο παιδί μας πρόσβαση στα social media. Χρειάζεται να αναρωτηθούμε τι θα έχουμε φροντίσει να έχει μάθει για τον εαυτό του μέχρι τότε.
Γιατί μπορούμε να καθυστερήσουμε την είσοδό του στα social media. Αυτό που είναι πολύ πιο δύσκολο —και πολύ πιο σημαντικό— είναι να το βοηθήσουμε να μη χρειάζεται τα social media για να αισθάνεται ότι αξίζει.
