Τα παιδιά είναι σοφά γιατί δεν φοβούνται να μάθουν

Είναι γνωστό ότι όσο είμαστε παιδιά μαθαίνουμε πιο εύκολα, σχεδόν αβίαστα. Aκούμε συχνά «αν δεν το μάθεις μικρός δε θα το μάθεις ποτέ… τώρα που είναι μικρή να μάθει γλώσσες/ πιάνο/ ποδήλατο/ κολύμπι κ.λπ. κ.λπ., μετά θα δυσκολευτεί πολύ».

Από την Αθηνά Αβαγιανού, Life Coach

Γιατί συμβαίνει αυτό;

Το γεγονός ότι ο εγκέφαλος στην παιδική ηλικία είναι πιο εύπλαστος και άρα απορροφά πιο εύκολα τις πληροφορίες είναι ένα σημαντικό κομμάτι της εξήγησης, αλλά όχι το μόνο. Παρατηρούμε ότι τα παιδιά δείχνουν μια φυσική τάση για να μάθουν καινούργια πράγματα, επιδεικνύουν μεγάλη περιέργεια και έχουν πολύ αυξημένα κίνητρα. Θέλουν να μάθουν.

Ρωτάνε συνέχεια, θέλουν να πειραματιστούν και να δοκιμάσουν. Αγαπούν τη μάθηση ως δυνατότητα να ικανοποιήσουν την πηγαία περιέργειά τους, χωρίς να σκέφτονται τα οφέλη της μάθησης για το μέλλον και χωρίς να νιώθουν άσχημα για την άγνοιά τους. Δε δίνουν λογικές εξηγήσεις, για ποιο λόγο θέλουν να μάθουν το ένα ή το άλλο, και τι αυτό θα τους προσφέρει στο μέλλον, έχουν απλά ανάγκη να μάθουν όπως έχουν ανάγκη για τροφή και νερό. Αυτή η ανάγκη η προσηλωμένη στο παρόν είναι που κάνει τα παιδιά να ζητάνε αβίαστα να μάθουν. Είναι η φυσική τους κατάσταση. Δε χρειάζεται να την εξηγήσουν περισσότερο.

Τα παιδιά που δε ζητούν ή αρνούνται να μάθουν στην πραγματικότητα αντιστέκονται στον τρόπο που τους δίνεται η γνώση και όχι στη γνώση καθαυτή. Όλα τα παιδιά θέλουν να μάθουν! Αυτή είναι η φύση τους. Αν η πηγή της γνώσης είναι μολυσμένη ή απωθητική μπορεί το παιδί να αρνηθεί να πλησιάσει ξανά…

Τα “χαρακτηριστικά” της μάθησης

Δυστυχώς, όσο μεγαλώνουμε τα χαρακτηριστικά που είναι προϋπόθεση για τη μάθηση, χάνονται σταδιακά ή αδυνατίζουν. Πέρα από τους βιολογικούς παράγοντες που επηρεάζουν και κάνουν τη δυνατότητα απορρόφησης καινούργιων πληροφοριών δυσκολότερη, χάνεται ο ενθουσιασμός, το κίνητρο για μάθηση.

Τις περισσότερες φορές, αντιστεκόμαστε στη μάθηση όταν αυτή δεν αφορά στη βελτίωση ήδη κεκτημένων γνώσεων, αλλά στην απόκτηση εντελώς καινούργιων γνώσεων. Γιατί μάθηση σημαίνει αλλαγή. Και η αλλαγή πολλές φορές μας δυσκολεύει αφού μας αναγκάζει να βγούμε από τη ζώνη άνεσής μας και να εξερευνήσουμε άγνωστα μέρη.

Η γνώση μας φέρνει αντιμέτωπους με τις μέχρι τώρα αντιλήψεις και πεποιθήσεις μας που ορίζουν τη ζωή μας και δημιουργούν την εικόνα του εαυτού μας. Για πολλούς από εμάς η αλλαγή των πεποιθήσεων, του τρόπου σκέψης και δράσης μας αποτελεί προδοσία προς το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώσαμε και γαλουχηθήκαμε και ως εκ τούτου μας φαίνεται σχεδόν αδύνατο να την αποδεχτούμε.

Στην ουσία, η αλλαγή μας τρομάζει γιατί δεν ξέρουμε τι θα φέρει. Έτσι αντιστεκόμαστε και στη γνώση που μπορεί να μας φέρει αντιμέτωπους με την αλλαγή των δεδομένων μας, βρίσκοντας πάντα ισχυρές εξηγήσεις και δικαιολογίες (π.χ. δεν έχω χρόνο, δεν έχω χρήματα, έτσι έμαθα εγώ δε θα αλλάξω τώρα, δεν είναι για την ηλικία μου, αυτά είναι πολυτέλειες κ.λπ.) που στην ουσία δηλώνουν ότι δεν είναι προτεραιότητά μας.

Το «Εν οίδα ότι ουδέν οίδα» θέλει θάρρος

Άλλος βασικός εχθρός της γνώσης είναι ο φόβος να δηλώσουμε «δεν ξέρω». Παρά τη σοφία των αρχαίων προγόνων μας, είναι δύσκολο για πολλούς από εμάς να παραδεχτούμε ότι δε γνωρίζουμε και ότι θέλουμε να μάθουμε φοβούμενοι μήπως φανούμε ευάλωτοι και αδύναμοι. Τα παιδιά είναι σοφά γιατί δε φοβούνται να μάθουν.

Αν θέλουμε να μάθουμε θα πρέπει να μπούμε στο ρόλο του μαθητή που μπορεί να μην ταιριάζει με την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και τελικά αυτό να μας δυσκολεύει. Στην πραγματικότητα θα πρέπει να έχουμε την ταπεινότητα να μάθουμε από οποιονδήποτε άνθρωπο μπορεί να μας διδάξει, ανεξάρτητα από το κοινωνικό, οικονομικό και ακαδημαϊκό του υπόβαθρο. Τα παιδιά μαθαίνουν γιατί δεν ενδιαφέρονται για το υπόβαθρο του δασκάλου. Αισθάνονται μόνο το μεράκι για τη δουλειά του, την αγάπη του για εκείνα και την αυθεντικότητά του. Αυτά είναι τα κριτήριά τους για να αγαπήσουν ή όχι τη γνώση και το δάσκαλο.

«Δεν έχω ποτέ συναντήσει έναν άνθρωπο τόσο αμαθή ώστε να μην μπορώ να μάθω κάτι από αυτόν» (Γαλιλαίος).

Μαθητής αναγκαστικά

Όσο και αν μπορεί να το αρνούμαστε, η ζωή είναι μια διαδικασία συνεχούς ανακάλυψης και προσωπικής εξέλιξης και ως εκ τούτου η μάθηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της.

Η ίδια η ζωή μας φέρνει αντιμέτωπους με καταστάσεις που αποτελούν (ή θα έπρεπε να αποτελούν) για εμάς μαθήματα. ‘Έτσι, μπορεί να προχωρήσουμε σε ουσιαστικές αλλαγές χωρίς δεύτερη σκέψη όταν η ζωή μας τις «επιβάλλει». Τις περισσότερες φορές αλλάζουμε τον τρόπο ζωής μας μετά από μια σοβαρή περιπέτεια της υγείας μας, αν χάσουμε κάποιον αγαπημένο άνθρωπο ή μετά από ένα ισχυρό σοκ.

Αλλάζουμε όταν μοιάζει σαν να μην έχουμε πια άλλη επιλογή. Στην πραγματικότητα, και πάλι έχουμε επιλογή να μην αλλάξουμε τίποτα, μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε με τον ίδιο τρόπο και τις ίδιες αντιλήψεις παρά το μάθημα που πήραμε, τώρα όμως έχουμε μια ισχυρή δικαιολογία για τον εαυτό μας και το περιβάλλον μας.

Έχουμε τη δικαιολογία που ενδεχομένως χρειαζόμασταν για να προχωρήσουμε στην επιθυμητή αλλαγή.
«Η πραγματικότητα δείχνει ότι καμία κατάσταση δεν αλλάζει, μέχρι να γίνει ανυπόφορη» (José Antonio Marina «Teoría de la inteligencia creadora»).

Εσείς πώς σχετίζεστε με τη μάθηση;

Αν θέλετε να διαπιστώσετε τι σημαίνει για εσάς να μάθετε κάτι καινούργιο, ποια είναι η σχέση σας με τη μάθηση και πόσο ανοιχτός/ή είστε σε αυτή, σας προσκαλώ να κάνετε στον εαυτό σας και να απαντήσετε τις παρακάτω ερωτήσεις:
– Πώς βλέπω τη μάθηση;
– Τι δυσκολίες αντιμετωπίζω όταν θέλω να μάθω κάτι;
– Ποιοι είναι οι κύριοι εχθροί μου τη στιγμή που είναι να μάθω κάτι;
– Αν αυτό που θέλω να μάθω ήταν προτεραιότητά μου, πώς θα έβρισκα χρόνο/ χρήματα; Πώς θα δεσμευόμουν με αυτό;
Η εικόνα που σχηματίσατε είναι αυτή που περιμένατε; Είδατε κάτι καινούργιο; Πώς νιώθετε με αυτό που είδατε;

Αν θέλετε, μπορείτε να έρθετε ξανά σε επαφή με τον παιδικό σας ενθουσιασμό για γνώση… υπάρχει μέσα σας, κρυμμένος, και λαχταρά να του δώσετε χώρο να υπάρξει!