«Δεν είναι μόνο η τηλεργασία, η τηλεκπαίδευση και η κλεισούρα που με στρεσάρουν. Είναι που το σπίτι μου είναι στάβλος!»

Όταν μιλάω με τη φίλη μου τη Μαρία, η οποία δεν έχει γίνει ακόμα μαμά και ζει κι εκείνη σε συνθήκες τηλεργασίας τους τελευταίους μήνες, η ζωή της μου ακούγεται ειδυλλιακή: Ξυπνάει το πρωί με την ησυχία της και πίνει τον καφέ της. Ανοίγει τον υπολογιστή και εργάζεται σε ένα περιβάλλον απόλυτης ηρεμίας. Δεν είναι απαραίτητο να μαγειρέψει, μπορεί να φάει μια σαλάτα και όποτε τελειώσει τη δουλειά της να ετοιμάσει το βραδινό, μαζί με ένα ποτήρι κρασί, παρέα με τον σύντροφό της που έχει κι εκείνος μόλις τελειώσει τη δική του δουλειά.

Το σπίτι της είναι πάντα αστραφτερό και απόλυτα τακτοποιημένο. «Κάθε μέρα κάνω από κάτω» -μου λέει. «Σήμερα είναι η μέρα που θα τακτοποιήσω όλες τις κάλτσες στα συρτάρια. Αύριο έχω να οργανώσω φωτογραφίες». Την ακούω αποσβολωμένη. Σχεδόν την ζηλεύω. Το φαντάζεστε; Ζηλεύω μια φίλη επειδή τακτοποιεί τις κάλτσες της.

Για την ακρίβεια, ζηλεύω την ηρεμία της. Τη στωικότητα με την οποία αντιμετωπίζει την περίοδο της καραντίνας. Τις όμορφες στιγμές που συνεχίζει να απολαμβάνει αν και κλεισμένη στο σπίτι, βρίσκοντας νόημα ακόμα και στη βαρεμάρα: Έχει δει όλες τις σειρές που θέλω κι εγώ να δω, έχει ψωνίσει τα πιο ωραία ρούχα σπιτιού, έχει χρόνο ακόμα και τις καλοκαιρινές της διακοπές να οργανώσει. Επίπεδα στρες; Σχεδόν μηδέν.

Τα δικά μου επίπεδα στρες; Είμαι με πονοκέφαλο κάθε μέρα. Αν δεν είναι πονοκέφαλος θα είναι ημικρανία. Λαιμός βραχνιασμένος. Όχι δεν έχω νοσήσει! Πότε να νοσήσω; Βγαίνουμε και καθόλου με τα μαθήματα που ξεκινούν μεσημέρι (όταν εγώ δουλεύω) και τελειώνουν λίγο πριν πέσει ο ήλιος; Ο λαιμός μου έχει βραχνιάσει επειδή λέω ασταμάτητα, με κάθε πιθανό τόνο φωνής, πάνω από δύο μήνες τώρα, αμέτρητες φορές μέσα στη μέρα και ΕΝΩ ΔΟΥΛΕΥΩ:

-Ώρα να σηκωθείτε. Σηκωθείτε. Ξυπνήστε!!!

-Βουρτσίστε δόντια. Πλύνετε προσωπάκια. Βουρτσίστε μαλλιά. Δοντάκια πλύναμε;

-Ώρα να κάνουμε μαθήματα. Τελειώσαμε με τα μαθήματα; Κάναμε τα μαθήματα για να τα στείλω; Άντε ρε παιδιά ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΣΕ!

-Τελειώνετε με το μεσημεριανό αρχίζει το μάθημα. Σε 5’ αρχίζει το μάθημα. Σε 2’ αρχίζει το μάθημα. ΕΧΕΤΕ ΗΔΗ ΣΥΝΔΕΘΕΙ ΕΛΑΤΕ!!!

-Όχι άλλη οθόνη. Φτάνει με τις οθόνες. Δώστε μου το κινητό μου. ΤΟ ΤΑΜΠΛΕΤ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΞΕΦΟΡΤΙΣΤΟ;;;

-Πότε να πάμε αγάπη μου στις κούνιες αφού έχεις Αγγλικά; Γαλλικά; Ζωγραφική; Καράτε;

-Τι θα πει δεν κάνεις μπάνιο;;;

-Όχι δεν θα παραγγείλουμε ξανά απ’εξω. Όχι δεν θα φας πάλι κρέπα. ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΑΣ!

-Μπορείς να μαζέψεις τα βιβλία σου από όλο το σπίτι; Μπορείτε να τακτοποιήσετε λίγο τα παιχνίδια σας; ΤΑ ΠΑΤΑΩ!!! Σας παρακαλώ, βάζετε τα πιάτα μέσα στον νεροχύτη όταν τελειώνετε!

-Ώρα για ύπνο αγαπούλες μου! Άντε, πάμε για ύπνο τώρα. Πέρασε η ώρα παιδιά… ΥΠΝΟΣ!!! ΤΩΡΑ!!!

Κι όμως, δεν είναι όλα τα παραπάνω που με «ταβανιάζουν», παρά τον κλεισμένο μου λαιμό.

Είναι το σπίτι μου. Στο οποίο έχω παρατηρήσει κάθε σκάσιμο στο χρώμα, κάθε ραγισματιά στον τοίχο, πόσο πολύ βάψιμο θέλει. Πόσο έχει βουλιάξει, ξεθωριάσει και φθαρεί ο καναπές (ο οποίος μέχρι πέρσι έμοιαζε καινούργιος). Ακόμα περισσότερο: ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΩ ΚΑΤΩ και ΓΕΜΑΤΟ ΣΚΟΝΗ!

Όσο τα σχολεία ήταν ανοιχτά και εμείς στη δουλειά, λείπαμε αρκετές ώρες από το σπίτι ώστε να διατηρείται κάπως καθαρό –όσο μπορεί να είναι ένα διαμέρισμα με δύο μικρά παιδιά. Πλέον, το τραπεζάκι του σαλονιού έχει στίβες από βιβλία, μαρκαδόρους, επιτραπέζια, ποτήρια που δεν ξέρω ποτέ ποια είναι χθεσινά και ποια σημερινά, στο πάτωμα σκόρπια παιχνίδια, μαξιλάρια, τουβλάκια, τις προάλλες καθάριζα με το ηλεκτρικό σκουπάκι ΤΑ ΚΟΥΚΛΟΣΠΙΤΑ! Η σκόνη μέσα ήταν σε κομμάτια.

Κάτω από τους καναπέδες βγαίνουν «κορδέλες» από χνούδια και τρίχες; ΓΙΑΤΙ; Σκουπίζω ΜΕΡΑ ΠΑΡΑ ΜΕΡΑ! Αμ τα γραφεία; Οι υπολογιστές και τα πληκτρολόγια; Θέλουν σχεδόν κάθε μέρα ξεσκόνισμα.

Όσο για το πλυντήριο των ρούχων… πώς είναι διαρκώς γεμάτο, ενώ είμαστε σε καραντίνα;

Μισώ τα μικροαντικείμενα των παιδιών που είναι σκόρπια, μισοσπασμένα, πεταμένα αριστερά και δεξιά, πιάνοντας χώρο και δημιουργώντας ανυπόφορη ακατασία! Δεν τα θέλω, ρε παιδί μου. Και με πρώτη ευκαιρία τα πετάω κρυφά. Και αδημονώ για το τέλος της σχολικής χρονιάς που θα ξεφορτωθούμε τις εκατομμύρια φωτοτυπίες που είναι στοιβαγμένες, μισοτσακαλωμένες και αυτές γεμάτες σκόνη παντού.

Όμως πώς να πετάξω τις καρδούλες της μικρής μου κόρης στις οποίες μου γράφει πόσο με αγαπά. Πώς να πετάξω τις αμέτρητες ζωγραφιές που έχει κάνει με απίστευτη υπομονή και προσήλωση η μεγάλη μου, τα σκοτεινά απογεύματα του σκληρού χειμώνα που πέρασε, μην γκρινιάζοντας ποτέ για το γεγονός, ότι δεν μπορούσε να βγει έξω; Δεν μπορούσε να πάει στην αγαπημένη της προπόνηση; Και πώς να αρχίσω να τακτοποιώ ένα σπίτι το οποίο ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ θα γίνει παιδότοπος όταν ΟΛΟΙ οι παιδότοποι είναι κλειστοί;

Οπότε διαιωνίζεται μία ατέρμονη ακαταστασία που ποτέ δεν συμμαζεύεται. Ζούμε σε ένα μισο-καθαρό σπίτι, στο οποίο μέχρι να μαζευτούν τα πεταμένα ρούχα, εμφανίζονται ανάμεσα στα μαξιλάρια του καναπέ κάτι βρώμικες κάλτσες και απλά συνεχίζω να ζηλεύω την αγαπημένη μου φίλη, Μαρία, για το πεντακάθαρό σπίτι της, ενώ ταυτόχρονα της εύχομαι ΜΕ ΟΛΗ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ της ψυχής μου, να γίνει ΣΥΝΤΟΜΑ μαμά!