Ένας πιο λειτουρικός τρόπος για να επικοινωνούμε με τα παιδιά μας

Ένα παιδί μεγαλώνει, νιώθοντας ασφάλεια με τους γονείς του όταν εκείνοι του μιλούν με τρυφερότητα. Πολλές φορές οι γονείς μπαίνουν στη διαδικασία να κατηγορούν ή να διατάζουν το παιδί τους, χωρίς συχνά να το αντιλαμβάνονται και κυρίως χωρίς να συνειδητοποιούν οι ίδιοι τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούνται με αυτόν τον τρόπο στο παιδί, όπως άγχος, φόβος ή ενοχές.

Τέτοιου είδους συμπεριφορές μπορεί να μην είναι λειτουργικές για την ψυχική υγεία του παιδιού, ωστόσο δεν ευθύνονται και οι ίδιοι οι γονείς καθώς βγαίνουν αυτόματα. Ο κάθε άνθρωπος έχει μάθει μέσα απο το περιβάλλον και τα βιώματά του, κυρίως από την παιδική του ηλικία, να επικοινωνεί με συγκεκριμένους τρόπους με τους άλλους.

Οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι, όταν διατάζουμε ή κατηγορούμε το παιδί, δεν βοηθάμε την επικοινωνία μας μαζί του, άλλα ούτε και το αίσθημα ασφάλειας που θέλουμε να λαμβάνει εκείνο από εμάς. Συγκεκριμένα, όταν του δίνουμε διαταγές, όπως για παράδειγμα «Διάβασε!» ή «Άλλαξε τα ρούχα σου!», χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε σε συνειδητό επίπεδο, αγχώνουμε το παιδί που προσπαθεί να μας ικανοποιήσει. Το αποτέλεσμα είναι, όταν εκείνο δεν εκτελεί τις διαταγές μας, να αισθάνεται ότι είναι ανίκανο να μας ικανοποιήσει.

Ένα σημαντικό στοιχείο που βοηθάει στην εκπαίδευση του παιδιού είναι οι γονείς να έχουν ορίσει σαφή όρια. Να τονίσουμε, όμως, ότι τα όρια δεν τα βαζουμε στο παιδί αλλά σε εμάς. Πιο συγκεκριμένα, δεν λέω στο παιδί μου «Κλείσε τον υπολογιστή», αλλά όταν για παράδειγμα το έχουμε ενημερώσει για την ώρα που πρέπει να τον κλείσει και εκείνο δεν τηρεί τον κανόνα, πηγαίνουμε και κλείνουμε εμείς τον υπολογιστή. Αυτό γίνεται όμως με απόλυτη τρυφερότητα και όχι με παρατηρήσεις, ώστε το παιδί να μπορέσει να λάβει το μήνυμα, να το κατανοήσει και να εκπαιδευτεί. Έτσι, του λέμε για παράδειγμα, «Αν δεν είναι κλειστός ο υπολογιστής σε 5 λεπτά, τότε θα έρθω εγώ να τον κλείσω». Ακόμη κι αν το παιδί δεν κρατήσει τα επιθυμητά όρια, εμείς θα το εκπαιδεύσουμε σε αυτό με τη συμπεριφορά μας.

Κι αν εκείνο συνεχίζει να φωνάζει και να γκρινιάζει του δίνουμε δίκιο! Είναι τόσο φυσικό το παιδί να επιδιώκει να συνεχίσει μια συμπεριφορά που του δίνει χαρά και ευχαρίστηση. Δεν αθετούμε όμως σε καμία περίπτωση και τα όρια που εμείς έχουμε ορίσει. Έτσι, όταν εκείνο συνεχίζει και γκρινιάζει εμείς μπορούμε να του πούμε:
«Έχεις δίκιο να φωνάζεις μάτια μου. Κι εγώ τα ίδιο θα έκανα στη θέση σου».

Με διαφορετικά λόγια, θέτοντας ο ίδιος ο γονιός όρια και τηρώντας τα με τρυφερό τρόπο, βοηθάει στην καλύτερη εκπαίδευση και στην εξασφάλιση ενός περιβάλλοντος ασφάλειας και ψυχικής ηρεμίας για το παιδί.

Πολλές φορές, όμως, ο τρόπος που έχουμε μάθει να επικοινωνούμε, προκύπτει αυτόματα από τα δικά μας βιώματα ή από δικές μας καθημερινές εντάσεις και προβλήματα, με συνέπεια να απευθυνόμαστε στο παιδί με φωνές ή κατηγόριες. Η ενοχή για τους γονείς δεν είναι καλός σύμβουλος σε αυτές τις περιπτώσεις. Πάντοτε υπάρχει χώρος για διορθωτικές συμπεριφορές.

Όταν το παιδί μας μιλάει άσχημα ή γίνεται επιθετικό με λόγια ή με άσχημες χειρονομίες, ο γονιός δεν πρέπει να απαντάει σε αυτά που λέει το παιδί. Αντιδρώντας στις άσχημες συμπεριφορές του παιδιού είναι σαν να μπαίνουμε σε μια διαδικασία να συγκρουστούμε μαζί του. Τα παιδιά κάποιες φορές έχουν την αναγκη να υιθετήσουν μια μη-επιθυμητή συμπεριφορά για να εναντιωθούν στους γονείς τους. Σε τέτοιες αρνητικές συμπεριφορές, όταν δίνουμε βαρύτητα και προσοχή, το παιδί αντιλαμβάνεται το όφελος της συμπεριφοράς του και επαναλαμβάνει τη συμπεριφορά. Είναι βοηθητικό να μην απαντούμε σε τέτοιες περιπτώσεις και να αποφεύγουμε να μπούμε σε διαμάχη μαζί του.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, τα παιδιά έχουν ανάγκη από ένα είδος επικοινωνίας που θα διασφαλίζει το αίσθημα της ασφάλειας και της αποδοχής μέσα από την ενθάρρυνση και την απόλυτη τρυφερότητα.

Ελένη Αγαθαγγέλου
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
Πηγή: www.e-psychology.gr