Μητέρα στα 20, στα 30 και στα 40-Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα κάθε ηλικίας

Υπάρχει άραγε ιδανική ηλικία για να γίνει μια γυναίκα μαμά; Η αλλαγή του κοινωνικού ρόλου της γυναίκας τα τελευταία 30 χρόνια (όπως η ισότιμη ένταξη στην αγορά εργασίας) έχει μετατοπίσει την ηλικία κατά την οποία οι περισσότερες Ελληνίδες επιλέγουν να αποκτήσουν παιδί. Αν, όμως, με κοινωνικά κριτήρια αυτό φαίνεται λογικό, πώς μεταφράζεται από ιατρικής άποψης; Ανατρέχοντας κανείς στο γεγονός της τεκνοποίησης σε βάθος χρόνου αντιλαμβάνεται την τεράστια επίδραση από τη μετεξέλιξη των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, που επιβαρύνει τον θεσμό της οικογένειας. Στα νησιά του Αιγαίου π.χ. το 1960 η μέση ηλικία γάμου ήταν ακόμη τα 14 – 17 έτη, ενώ στην Αθήνα του 2008 ξεπερνάει πια τα 30, επηρεάζοντας αντίστοιχα τις κοινωνικές δομές και τη μέση ηλικία τεκνοποίησης (την ηλικία απόκτησης του πρώτου παιδιού).

Αν διαχωρίσουμε για λόγους στατιστικούς τον γυναικείο πληθυσμό της Ελλάδας που επιθυμεί παιδί σε ηλικιακές ομάδες, ώστε να μελετήσουμε τις επιμέρους συνθήκες που αφορούν κάθε γκρουπ, θα μιλήσουμε γενικά -και με την «ποιητική άδεια» του επιμερισμού- για τρεις υποκατηγορίες, που αυθαίρετα και χάριν λόγου είναι τα 20, 30 και 40 έτη.

Φυσικό πλεονέκτημα

Στην κατηγορία των 20 ανήκουν γενικά οι νεαρές γυναίκες που σχεδόν αμέσως μετά το σχολείο και πριν αποκτήσουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση ή καριέρα δημιουργούν οικογένεια και παιδιά. Ενώ από κοινωνικής άποψης αντιμετωπίζουν αντιξοότητες στην ανταγωνιστική αγορά εργασίας και έτσι αφιερώνονται με ενίοτε αμφιλεγόμενο τρόπο στα παιδιά τους, στη νεαρή αυτή ηλικία, τουλάχιστον από ιατρικής πλευράς, τα πλεονεκτήματα της εγκυμοσύνης είναι πολλαπλά. Εξαίρεση αποτελούν ίσως μόνο νεαρές κοπέλες, ανώριμες συναισθηματικά για το φορτίο της εγκυμοσύνης, οι οποίες πάσχουν από ναυτία η υπερέμεση μέχρι τα τελευταία στάδια της εγκυμοσύνης για λόγους ψυχολογικούς. Οι μηχανισμοί των μυών, των αγγείων, του θυρεοειδούς, του δέρματος και των οστών είναι πιο πλαστικοί, πιο ανθεκτικοί από ποτέ. Αντέχουν τις πολλαπλές διαφοροποιήσεις της εγκυμοσύνης, όπως την αύξηση του όγκου πλάσματος, την αύξηση του βάρους, της συχνότητας αναπνοής, την επιβάρυνση του εντέρου από την προγεστερόνη, αλλά και του μαστού από την υπεραύξηση των οιστρογόνων.

Η επίτευξη εγκυμοσύνης στη νεαρή αυτή ηλικία είναι ποσοστιαία μεγάλη, καθώς οι κύριοι εχθροί της γονιμότητας, όπως τα ινομυώματα και η ενδομητρίωση, εμφανίζονται συνήθως πολύ αργότερα. Επίσης, η διαδικασία του τοκετού μάλλον είναι καλύτερα ανεκτή καθώς η μήτρα συσπάται αποτελεσματικότερα, ξεκινά τη διαδικασία τοκετού από μόνη της και ο τράχηλος διαστέλλεται ευκολότερα και γρηγορότερα, με αποτέλεσμα το ποσοστό του φυσιολογικού τοκετού να είναι το υψηλότερο όλων των ηλικιών και οι επιπλοκές του τοκετού και της εγκυμοσύνης, όπως αιμορραγία και ατονίες, ρήξη μήτρας, υπέρταση και τοξιναιμία, να είναι χαμηλές.

Τέλος, ο οργανισμός επανέρχεται στην αρχική κατάστασή του πιο εύκολα και πιο γρήγορα. Εξάλλου, αν σκεφτεί κανείς ότι τα γυναικεία ωάρια που θα δώσουν ζωή στα αντίστοιχα τέκνα είναι ηλικιακά τόσο μεγάλα όσο και οι κάτοχοί τους, δηλαδή κοινώς «γερνούν μαζί με τις γυναίκες», είναι φυσικά αναμενόμενο το ποσοστό χρωμοσωματικών ανωμαλιών, αλλά και επεμβατικών εξετάσεων όπως η αμνιοπαρακέντηση, να είναι ελάχιστα στην ηλικία των 20.

pregnancy-and-newbornΑυξημένες δυσκολίες

Στην αντίθετη άκρη βρίσκεται η ηλικιακή ομάδα των 40, που περιλαμβάνει γυναίκες οι οποίες δημιουργούν οικογένεια μετά την ολοκλήρωση σπουδών, μεταπτυχιακών και καριέρας (φαινόμενο όλο και πιο συχνό στην εποχή μας), οι οποίες ίσως είναι συναισθηματικά και κοινωνικά πιο ώριμες και ικανές, αλλά από ιατρικής πλευράς συχνά αντιμετωπίζουν προβλήματα. Η επίτευξη εγκυμοσύνης είναι σαφώς δυσκολότερη, καθώς ελλοχεύει η υπογονιμότητα λόγω ενδομητρίωσης, κυστών και ινομυωμάτων, αλλά και πρόωρης ωοθηκικής παύσης (POF), με συνέπεια τα χειρουργεία και η εξωσωματική γονιμοποίηση ποσοστιαία να αυξάνονται, πολλές φορές ακόμη και χωρίς αποτέλεσμα. Η καισαρική τομή αυξάνεται κατακόρυφα (50% – 60% τουλάχιστον) και οι επιπλοκές, όπως παλίνδρομες εγκυμοσύνες, αποκόλληση πλακούντα, τοξιναιμία, υπέρταση και σακχαρώδης διαβήτης, είναι ιδιαίτερα συχνές. Ατονία της μήτρας και αιμορραγία μετά τον τοκετό και θρομβοφλεβίτιδα είναι επίσης αυξημένες. Το ποσοστό χρωμοσωματικής ανωμαλίας του παιδιού στην ηλικιακή ομάδα των 40 είναι για τον μογγολισμό (τρισωμία 21) περίπου 1 προς 35 και γίνεται 1 προς 25 αν συμπεριλάβει κανείς άλλες ανωμαλίες όπως σύνδρομο Edwards, Pateau, Turner κ.λπ.

Η χρυσή τομή

Η χρυσή τομή ίσως να βρίσκεται κάπου στη μέση, δηλαδή στην ομάδα των 30, ηλικία στην οποία και ψυχολογικά η γυναίκα διαθέτει ικανό χρόνο για κοινωνική ή εργασιακή ολοκλήρωση, αλλά και συναισθηματικά, σύμφωνα βέβαια με τις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες, είναι «έτοιμη» για γάμο και παιδιά. Ιατρικά ευτυχώς αυτή η ηλικιακή ομάδα συμπεριφέρεται στο μεγαλύτερο ποσοστό της όπως εκείνη των 20 με ελάχιστες διαφοροποιήσεις, που αφορούν κυρίως παράγοντες υπογονιμότητας όπως η ενδομητρίωση, η οποία «χτυπάει» όλο και μικρότερες ηλικίες. Παρ’ όλα αυτά, με την πρόοδο των υποειδικοτήτων της γονιμότητας της εμβρυομητρικής, αλλά και της ενδοσκοπικής χειρουργικής, δίνονται συνήθως ικανοποιητικές και εποικοδομητικές λύσεις με ελάχιστη επιβάρυνση στην υγεία της μητέρας και με επιπλοκές που δεν είναι αυξημένες σε στατιστικό βαθμό σε σχέση με την ομάδα των 20 όσον αφορά τον τοκετό και την εγκυμοσύνη. Αν σκεφτεί κανείς ότι ο μέσος όρος ζωής τον 19ο αιώνα ήταν τα 40 έτη, ενώ στις μέρες μας περίπου τα 80, είναι αναμενόμενο η απόκτηση παιδιού να έχει μετατοπιστεί τουλάχιστον κατά μία δεκαετία, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να επηρεάζει την υγεία του συμπλόκου μητέρας – παιδιού και την ολοκλήρωση της διαδικασίας της τεκνοποίησης, με όλες τις συνέπειες που αυτή επιφέρει.
Κωνσταντίνος Μυρίλλας,
Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, Συνεργάτης Μαιευτηρίου ΛΗΤΩ