Ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός, γνωστός ως RSV, είναι ένας πολύ συχνός ιός που προσβάλλει το αναπνευστικό σύστημα. Στους περισσότερους ανθρώπους προκαλεί ήπια συμπτώματα, παρόμοια με εκείνα του κοινού κρυολογήματος. Σε ορισμένες ομάδες, όμως, μπορεί να προσβάλει το κατώτερο αναπνευστικό και να οδηγήσει σε βρογχιολίτιδα, πνευμονία ή νοσηλεία.
Ιδιαίτερα ευάλωτα στον ιό και τις επιπτώσεις του είναι τα βρέφη, κυρίως κατά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής τους. Αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης αντιμετωπίζουν επίσης οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ενήλικες και όσοι έχουν συγκεκριμένα χρόνια νοσήματα ή εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα.
Γιατί ο RSV στα βρέφη μπορεί να γίνει επικίνδυνος;
Στα μεγαλύτερα παιδιά ο RSV συνήθως προκαλεί καταρροή, ρινική συμφόρηση, βήχα, πυρετό, μειωμένη όρεξη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, συριγμό. Στα πολύ μικρά βρέφη τα συμπτώματα μπορεί να είναι λιγότερο χαρακτηριστικά και ο πυρετός να απουσιάζει.
Οι γονείς χρειάζεται να προσέχουν ενδείξεις όπως:
- γρήγορη ή κοπιαστική αναπνοή
- εισολκές, όταν το δέρμα ανάμεσα ή κάτω από τα πλευρά «ρουφιέται» σε κάθε αναπνοή
- μειωμένη διάθεση για θηλασμό ή φαγητό
- ασυνήθιστη υπνηλία, μειωμένη δραστηριότητα ή έντονη ευερεθιστότητα
- αισθητά λιγότερες βρεγμένες πάνες
- παύσεις στην αναπνοή
Επείγουσα ιατρική εκτίμηση απαιτείται όταν το παιδί δυσκολεύεται να αναπνεύσει, εμφανίζει παύσεις στην αναπνοή, δεν μπορεί να τραφεί ή να πιει επαρκώς, παρουσιάζει έντονη υπνηλία ή αποκτούν μπλε χρώμα τα χείλη και το δέρμα του.
Πώς προστατεύονται τα βρέφη
Στα βρέφη δεν χορηγείται εμβόλιο κατά του RSV. Η προστασία μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσω του εμβολιασμού της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη είτε, όταν πληρούνται συγκεκριμένα κριτήρια, με τη χορήγηση του μονοκλωνικού αντισώματος nirsevimab στο παιδί.
Οι δύο παρεμβάσεις συνήθως λειτουργούν ως εναλλακτικές στρατηγικές. Η χορήγησή τους μαζί προβλέπεται μόνο σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, έπειτα από ιατρική εκτίμηση.
Πότε χορηγείται το μονοκλωνικό αντίσωμα
Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων 2026, το nirsevimab είναι μονοκλωνικό αντίσωμα μακράς δράσης που παρέχει παθητική ανοσία. Δεν εκπαιδεύει το ανοσοποιητικό σύστημα όπως ένα εμβόλιο, αλλά προσφέρει έτοιμα αντισώματα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Η χορήγησή του συστήνεται:
- στα νεογνά που γεννιούνται από την 1η Νοεμβρίου έως τις 31 Μαρτίου, εφόσον η μητέρα δεν εμβολιάστηκε κατά την εγκυμοσύνη
- στα πρόωρα βρέφη που γεννήθηκαν πριν από τη συμπλήρωση 35 εβδομάδων κύησης, από την 1η Απριλίου έως τις 31 Οκτωβρίου, κατά την έναρξη της περιόδου κυκλοφορίας του RSV τον Νοέμβριο
- σε βρέφη και παιδιά έως δύο ετών με παράγοντες υψηλού κινδύνου, κατά την πρώτη και, όπου προβλέπεται, τη δεύτερη περίοδο κυκλοφορίας του ιού
Για τα νεογνά που γεννιούνται κατά την περίοδο αυξημένης κυκλοφορίας του RSV, η χορήγηση συστήνεται πριν από την έξοδο από το μαιευτήριο. Αν δεν γίνει εκεί, πρέπει να πραγματοποιηθεί το συντομότερο δυνατό και κατά προτίμηση μέσα στις πρώτες επτά ημέρες της ζωής.
Στις ομάδες υψηλού κινδύνου περιλαμβάνονται παιδιά με βρογχοπνευμονική δυσπλασία, σοβαρή ανοσοκαταστολή, κυστική ίνωση ή άλλη βαριά πνευμονοπάθεια, αιμοδυναμικά σημαντική συγγενή καρδιοπάθεια, τρισωμία 21 ή σοβαρή νευρολογική διαταραχή που επηρεάζει την αναπνευστική λειτουργία.
Σε βρέφος του οποίου η μητέρα εμβολιάστηκε κατά την εγκυμοσύνη δεν συστήνεται συνήθως η πρόσθετη χορήγηση nirsevimab. Μπορεί να κριθεί απαραίτητη όταν ο τοκετός πραγματοποιήθηκε σε διάστημα μικρότερο των 14 ημερών από τον εμβολιασμό, όταν συντρέχουν ειδικές καταστάσεις υγείας της μητέρας ή όταν το βρέφος διατρέχει εξαιρετικά υψηλό κίνδυνο σοβαρής λοίμωξης.
Ο εμβολιασμός κατά την εγκυμοσύνη
Το εμβόλιο RSVpreF, το οποίο έχει εγκριθεί για χρήση κατά την κύηση, συστήνεται σε εγκύους ηλικίας 18 ετών και άνω από την 32η εβδομάδα έως και την 36η εβδομάδα και έξι ημέρες της κύησης, όταν η αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού βρίσκεται μεταξύ Οκτωβρίου και Μαρτίου.
Τα αντισώματα που αναπτύσσει η μητέρα μεταφέρονται μέσω του πλακούντα και προστατεύουν το νεογνό κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του. Προηγούμενη λοίμωξη της εγκύου από RSV δεν αποτελεί αντένδειξη για τον εμβολιασμό.
Ποιοι ενήλικες πρέπει να εμβολιαστούν
Ο κίνδυνος σοβαρής νόσησης από RSV αυξάνεται με την ηλικία. Σύμφωνα με το ισχύον Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων, μία δόση του εμβολίου συστήνεται:
- σε όλα τα άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω
- σε άτομα ηλικίας 60-74 ετών με έναν ή περισσότερους επιβαρυντικούς παράγοντες ή χρόνια νοσήματα
Στους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο περιλαμβάνονται οι σοβαρές καρδιαγγειακές παθήσεις, με εξαίρεση την απλή αρτηριακή υπέρταση, οι χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις, η προχωρημένη χρόνια νεφρική νόσος, ο σακχαρώδης διαβήτης με βλάβες σε όργανα, η σοβαρή νοσογόνος παχυσαρκία, η μέτρια ή σοβαρή ανοσοκαταστολή, η χρόνια ηπατική ανεπάρκεια και ορισμένες νευρολογικές ή νευρομυϊκές παθήσεις.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται οι άνθρωποι που διαμένουν σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων ή ιδρύματα χρονίως πασχόντων, καθώς και ασθενείς για τους οποίους ο θεράπων ιατρός εκτιμά ότι η λοίμωξη από RSV μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές.
Ο εμβολιασμός πραγματοποιείται με μία δόση. Με τα σημερινά δεδομένα δεν προβλέπεται ετήσια επανάληψη ούτε νέα δόση σε όσους έχουν ήδη εμβολιαστεί, εκτός αν αλλάξουν στο μέλλον οι επίσημες συστάσεις.
RSV: Ποια συμπτώματα προκαλεί στους ενηλίκους
Στους περισσότερους υγιείς ενηλίκους η λοίμωξη προκαλεί καταρροή, ρινική συμφόρηση, βήχα, πονόλαιμο, πυρετό, κόπωση, συριγμό και μειωμένη όρεξη. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται σταδιακά και υποχωρούν μέσα σε μία έως δύο εβδομάδες.
Η κλινική εικόνα δεν αρκεί για να διακριθεί ο RSV από τη γρίπη, την COVID-19 ή άλλες ιογενείς λοιμώξεις. Εργαστηριακός έλεγχος μπορεί να χρειαστεί σε άτομα υψηλού κινδύνου ή όταν το αποτέλεσμα πρόκειται να επηρεάσει την ιατρική αντιμετώπιση.
Σε ευάλωτους ενηλίκους ο RSV μπορεί να προκαλέσει πνευμονία ή να επιδεινώσει το άσθμα, τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και την καρδιακή ανεπάρκεια.
Ιατρική συμβουλή χρειάζεται όταν εμφανίζονται δυσκολία στην αναπνοή, αδυναμία επαρκούς πρόσληψης υγρών, πόνος ή πίεση στο στήθος, ξαφνική ζάλη, σύγχυση ή επιδείνωση των συμπτωμάτων.
Πώς περιορίζεται η μετάδοση
Ο RSV μεταδίδεται κυρίως μέσω σταγονιδίων και στενής επαφής με μολυσμένες εκκρίσεις. Μπορεί επίσης να μεταδοθεί όταν κάποιος αγγίξει μολυσμένη επιφάνεια και στη συνέχεια τα μάτια, τη μύτη ή το στόμα του.
Το συχνό πλύσιμο των χεριών, ο καλός αερισμός των χώρων, η κάλυψη του βήχα και του φτερνίσματος και η αποφυγή στενής επαφής με βρέφη ή ευάλωτους ανθρώπους όταν υπάρχουν συμπτώματα συμβάλλουν στον περιορισμό της διασποράς.
