Στις φετινές γιορτές -πριν από κάθε άλλον- ας ευχηθούμε στους γείτονές μας…

Αν η Ημέρα των Ευχαριστιών ήταν καθιερωμένη παράδοση και στην Ελλάδα, ανάμεσα στους τόσους που θα είχαμε να ευχαριστήσουμε φέτος (τους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τους δασκάλους των παιδιών μας) εγώ θα ξεκινούσα από την κ. Σοφία που μένει στο ακριβώς από κάτω διαμέρισμα.

Η ώρα είναι 15:15. Εγώ είμαι στον υπολογιστή, στο γραφείο του σπιτιού μου που βρίσκεται στο σαλόνι, και ακριβώς απέναντί μου είναι η μικρή μου κόρη η οποία παρακολουθεί την τηλεκπαίδευση του Προνηπίου. Κάποια στιγμή, αφού έχουν κάνει την πρωινή τους γυμναστική, χοροπηδώντας επί τόπου για 10 συνεχόμενα λεπτά, και αφού έχουν πει όλα τα χριστουγεννιάτικα τραγουδάκια, ακούω από την δασκάλας της μουσικής τη φράση που μου προκαλεί τρόμο: «Τώρα φέρτε κατσαρόλες και κουτάλια να παίξουμε μουσική!». Προς Θεού –δεν μέμφομαι την αγαπημένη δασκάλα, η οποία με αστείρευτη ευρηματικότητα καθημερινά, κάνει τα αδύνατα-δυνατά να απασχολήσει δημιουργικά τα παιδιά μας.

Απλά στο ακριβώς από κάτω διαμέρισμα μένει η κ. Σοφία, η οποία τυχαίνει να είναι και εκπαιδευτικός (φιλόλογος για την ακρίβεια) και είμαι σχεδόν σίγουρη, ότι αυτήν ακριβώς την ώρα κλείνει για μερικά λεπτά τα μάτια της, ξαπλωμένη στην καναπέ (επίσης ακριβώς από κάτω μας), έπειτα από ένα ακόμα «τρελό» πρωινό τηλεκπαίδευσης.

Η ώρα είναι 16:20 και ακούω τη μεγάλη μου κόρη στο δωμάτιό της να κάνει γυμναστική μέσω Webex. Το δωμάτιό της βρίσκεται ακριβώς πάνω από την κρεβατοκάμαρα της κ. Σοφίας.

Στις 18:30 ξεκινά καράτε. Μέσω Zoom. Αυτό σημαίνει τουλάχιστον 45 λεπτά χοροπηδητού και φωνής.

Και όταν όλα τα σαλ-online προγράμματα έχουν τελειώσει, ξεκινά για τις δύο κόρες μου το παιχνίδι: Αυτό για δύο πολύ κινητικά παιδιά σημαίνει κυνηγητό σε όλο το σπίτι, χοροπηδητό από καναπέ σε καναπέ και έπειτα στο πάτωμα και πολλές, μα πάρα πολλές φωνές που άλλοτε καταλήγουν σε ξέφρενα γέλια και άλλοτε σε κλάματα. Πολύ συχνά δε οδηγούν και στις δικές μας, χειρότερες αγριοφωνάρες.

Δεν χρειάζεται τρομερή ενσυναίσθηση για να μπω στη θέση της κ. Σοφίας -η οποία έχει ξυπνήσει από τις 6:30 για να ετοιμάσει το μεσημεριανό φαγητό για την οικογένειά της και να ετοιμαστεί για τα πρωινά τηλεμαθήματα με τους έφηβους μαθητές της- όταν στις 15:00 και 16:00 το μεσημέρι τα παιδιά μου χοροπηδούν πάνω από το κεφάλι της. Λίγο ευσυνείδητος να είναι κανείς, μπορεί να σκεφτεί πώς θα ξεφυσά ο ηλικιωμένος ή απλά κουρασμένος γείτονάς του, όταν τα πιτσιρίκια του χοροπηδούν στα κρεβάτια τους στις 11:00 τη νύχτα.

Και επειδή, παρά το lockdown, η πραγματικότητα αυτή τη φορά είναι, ότι οι περισσότεροι από εμάς συνεχίζουμε να δουλεύουμε και μάλιστα υπό πολύ πιο δύσκολες (από τις συνηθισμένες) συνθήκες, δεν χρειάζεται να αναλύσω περισσότερο πόση ανάγκη έχουμε για λίγη ηρεμία και ξεκούραση τις λίγες «κενές» ώρες μας στο σπίτι.

Σε αυτόν τον τεράστιο και αχανή κόσμο, τον οποίον η πανδημία έκανε να δείχνει αδύναμος και μικρός, -σε «αυτόν τον κόσμο τον μικρό τον μέγα» που λέει και ο Ελύτης- οι γείτονές μας, όσο μακριά κι αν νιώθουμε από αυτούς, είναι στην πραγματικότητα ο πιο κοντινός κρίκος της κοινωνικής αλυσίδας μας. Είναι η δασκάλα των παιδιών μας στον 5ο, ο λογιστής μας στον 4ο, ο μηχανικός μας στον 3ο κ.ο.κ. Είναι αυτοί στους οποίους θα τρέξουμε αν κάνει έναν μεγάλο σεισμό, αν μας τελειώσει η ζάχαρη, μαζί με αυτούς θα συμφωνήσουμε να βάλουμε φυσικό αέριο στην πολυκατοικία και να ησυχάσουμε όλοι με το κόστος του πετρελαίου και τελικά… το lockdown μαζί τους το περνάμε και μάλιστα στην προβλεπόμενη απόσταση των 3 μέτρων.

Στις φετινές γιορτές, λοιπόν, τα πρώτα μελομακάρονα που θα ξεφουρνίσουμε, ας τα μοιράσουμε σε αυτούς τους γείτονες που, μαζί με όλα τα άλλα, υπομένουν στωικά ΚΑΙ τα φασαριόζικα παιδιά μας.