Ένα έθιμο που σε πολλούς θα ακουγόταν αδιανόητο αποτελεί για την Ολλανδία μέρος της παιδαγωγικής κουλτούρας εδώ και δεκαετίες.
Το «dropping» ή στα ολλανδικά «dropping kinderen» είναι μια δραστηριότητα που εφαρμόζεται κυρίως σε προσκοπικές ομάδες και καλοκαιρινά camps. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι οι γονείς αφήνουν τα παιδιά τους στο δάσος ή στην ύπαιθρο, νύχτα, με στόχο να καταφέρουν να βρουν τον δρόμο της επιστροφής χωρίς βοήθεια. Όπως το αντιλαμβάνονται στην ολλανδική παράδοση παιδαγωγικής, δεν πρόκειται για τιμωρία ή δοκιμασία αντοχής αλλά για μια προσεκτικά οργανωμένη διαδικασία που στοχεύει στην ανάπτυξη της αυτοπεποίθησης, της ομαδικότητας και την καλλιέργεια δεξιοτήτων που δύσκολα αποκτώνται σε μια πόλη όπου όλα είναι δεδομένα.
Η αμφιλεγόμενη παιδαγωγική μέθοδος των Ολλανδών
Γονείς και αρχηγοί προσκόπων οδηγούν ομάδες παιδιών βαθιά στο δάσος και τα αφήνουν εκεί με έναν χάρτη, μια πυξίδα ή ακόμη και χωρίς κανένα εργαλείο προσανατολισμού. Η αποστολή είναι σαφής. Να παραμείνουν ενωμένα, να συνεργαστούν, να διαβάσουν το περιβάλλον, να χαράξουν πορεία και να επιστρέψουν στο σημείο εκκίνησης. Κανείς δεν τους δίνει οδηγίες. Εκείνα αποφασίζουν ποιο μονοπάτι θα ακολουθήσουν, πότε θα σταματήσουν και πώς θα λύσουν τα μικρά προβλήματα που προκύπτουν. Κάτι που πρέπει να υπογραμμίσουμε είναι ότι η αίσθηση εγκατάλειψης των παιδιών είναι ψευδής, καθώς οι ενήλικες δεν εξαφανίζονται, απλά παρακολουθούν κρυμμένοι και από απόσταση, έτοιμοι να παρέμβουν αν υπάρξει ανάγκη. Ωστόσο, η ύπαρξη επίβλεψης δεν ανακοινώνεται στα παιδιά κάτι που τους δημιουργεί την αίσθηση πραγματικής ευθύνης και ενισχύει την ψυχραιμία και την ικανότητα χειρισμού μιας άγνωστης κατάστασης. Ή τουλάχιστον έτσι το μεταφράζουν τόσο οι ίδιοι οι γονείς αλλά και παιδιά που έχουν βιώσει την εμπειρία αυτή.
Σύμφωνα με περιγραφές στο σάιτ της εγκυκλοπαίδειας Britannica, η πρακτική αυτή είναι συνειδητά σχεδιασμένη ώστε τα παιδιά να ενισχύσουν την ανεξαρτησία τους μέσα από μια εμπειρία με ηπιότατους κινδύνους αλλά ισχυρά παιδαγωγικά οφέλη. Σε ρεπορτάζ του SBS αναφέρεται ότι σε ορισμένες παραλλαγές τα παιδιά μπορεί να ξεκινήσουν ακόμη και με τα μάτια κλειστά ή να ακολουθήσουν ενδείξεις που δίνονται με χιουμοριστικό ή αποπροσανατολιστικό τρόπο. Στόχος δεν είναι να χαθούν αλλά να αξιοποιήσουν σκέψη, παρατήρηση και συλλογική λήψη αποφάσεων. Πολλοί ενήλικες που συμμετείχαν στο dropping ως παιδιά θυμούνται την εμπειρία ως ένα από τα πιο διασκεδαστικά και ενδυναμωτικά γεγονότα των παιδικών τους χρόνων.
Μια χαρακτηριστική περιγραφή προέρχεται από συζήτηση σε Reddit, όπου πρώην πρόσκοπος διηγείται την πρώτη του συμμετοχή στο dropping, περίπου στα 12 του χρόνια. Όπως αναφέρει, βρέθηκαν νύχτα στο δάσος με μόνο έναν χάρτη και χρειάστηκε να αποφασίσουν ομαδικά ποια διαδρομή θα ακολουθήσουν. Η ομάδα πέρασε ώρες προσπαθώντας να συνεννοηθεί, ώσπου τελικά έκαναν ψηφοφορία. Όταν κατάφεραν να επιστρέψουν στη βάση τους, παρότι εξαντλημένοι, ένιωθαν ενθουσιασμένοι. «Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι μπορούσα να τα καταφέρω χωρίς ενήλικες» γράφει στην ανάρτησή του.
Ανεξαρτησία από την… κούνια
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η οπτική που συνδέει το dropping με μια ολλανδική φιλοσοφία ανατροφής όπου η ανεξαρτησία καλλιεργείται από νωρίς. Στην Ολλανδία δεν είναι ασυνήθιστο τα παιδιά να πηγαίνουν μόνα τους στο σχολείο με ποδήλατο από μικρές ηλικίες, να κυκλοφορούν χωρίς στενή επιτήρηση και να μαθαίνουν να λειτουργούν στο δημόσιο χώρο με υπευθυνότητα. Το dropping θεωρείται φυσική συνέχεια αυτής της κουλτούρας. Μια οργανωμένη μορφή εμπειρίας που επιτρέπει στα παιδιά να δοκιμάσουν τα όριά τους, να νιώσουν λίγο φόβο, να τον ξεπεράσουν και τελικά να ανακαλύψουν ότι μπορούν να τα καταφέρουν. Η διαδικασία μοιάζει σαν άτυπο μάθημα αντιμετώπισης αβεβαιότητας. Σαν μικρή κοινωνική προσομοίωση όπου οι συμμετέχοντες καλούνται να συνδυάσουν σκέψη, παρατήρηση και συνεργασία. Όταν επιστρέφουν στη βάση, η επιτυχία είναι δική τους. Δεν τους την έδωσε κανείς. Την κέρδισαν βήμα βήμα μέσα στο δάσος.
Στο αυστραλιανό SBS παρουσιάζεται μαρτυρία μητέρας από την Ολλανδία, η οποία περιγράφει πως η 10χρονη κόρη της επέστρεψε από το πρώτο της dropping στις τρεις το πρωί «γεμάτη ιστορίες και υπερήφανη που βρήκαν τον δρόμο μόνοι τους». Όπως αφηγείται, η μικρή ανέλαβε ηγετικό ρόλο όταν η ομάδα δίσταζε, χρησιμοποίησε σημεία του τοπίου για προσανατολισμό και τελικά ακολούθησαν ένα ποτάμι που τους οδήγησε πίσω. «Γύρισε διαφορετικό παιδί. Πιο σίγουρη, πιο ώριμη. Σαν να είχε κερδίσει κάτι μόνη της» σχολιάζει.
Αυτή η παράδοση που πιθανότατα μας ξενίζει, είναι ένα παράδειγμα για το πώς διαφορετικές κοινωνίες ορίζουν την ασφάλεια, την ωριμότητα και το ρίσκο. Για κάποιους γονείς μπορεί να φαίνεται τρομακτικό να αφήσεις ένα παιδί μόνο στο σκοτάδι. Για τους Ολλανδούς όμως, η προστασία δεν σημαίνει αποφυγή δυσκολιών αλλά δημιουργία πλαισίων όπου το παιδί μπορεί να μάθει να τις αντιμετωπίζει.
