“Είμαι 14 ετών και κρύβω το σώμα μου κάτω από φαρδιά ρούχα…”: Ιστορίες κοριτσιών που έπεσαν θύματα παρενόχλησης

Είμαι 10 χρονών, έχω αρχίσει και σχηματίζομαι. Πάω να ψωνίσω και σιγοτραγουδώ. Εκεί μέσα στο μαγαζί ο μαγαζάτορας με κοιτά με ένα περίεργο ύφος και μου ψιθυρίζει καθώς η γυναίκα του βγαίνει για λίγο έξω: «Εσένα δεν πρέπει να σε χαλάσει κανείς. Μόνο για γλείψιμο είσαι.» Δεν καταλαβαίνω τι εννοεί αλλά ξαφνικά νιώθω βρώμικη. Νιώθω σαν να έκανα κάτι κακό. Η χαρά που ένοιωθα εξαφανίστηκε. Σκύβω το κεφάλι νοιώθοντας τα μαγουλά μου να καίνε από ντροπή.

«Εντάξει; Τα ψώνισες όλα;» με ρώτησαν; Όλα καλά;» «Ναι , όλα καλά» απάντησα και μέσα μου σκεφτόμουν σε τι μπελάδες θα τους έβαζα όλους αν έλεγα το τι συμβαίνει. Φοβόμουν μην φέρω αναστάτωση και έτσι κατάπια την ντροπή, την αηδία και το φόβο μου. Πάντα μου έλεγαν ότι αν με πείραζε κάποιος θα “τον σκότωναν” και εγώ έτρεμα την ιδέα ότι οι δικοί μου θα έμπαιναν στην φυλακή από δικό μου λάθος.

Είμαι 14 ετών. Είναι καλοκαίρι και παίζω με τη θάλασσα και τα κύματα. Πάνω στη βάρκα ένας μεγάλος σε ηλικία άντρας με κοιτά και χαϊδεύει το παντελόνι του στο ύψος του καβάλου. Με κοιτά με μάτια μισόκλειστα και ύφος σκοτεινό. Βγαίνω από τη θάλασσα και τρέχω στο σπίτι. Πάλι ντρέπομαι. Πάλι φοβάμαι. Πάλι νοιώθω ένοχη. Πάλι νοιώθω αηδία. «Τι έγινε με ρωτούν»; «Πως και έφυγες τόσο νωρίς; Όλα καλά»; «Ναι, όλα καλά» ψελλίζω.

Είμαι 18 ετών. Περπατώ στο δρόμο. Από τη μέσα μεριά. Όσο πιο μακριά από το δρόμο μπορώ. Μπαίνω σε ταξί, στην πίσω θέση. Κοιτώντας κάτω το πάτωμα. Πάω στο γιατρό. Άλλο άγχος και αυτό. Υπήρχαν γιατροί που με σεβάστηκαν και γιατροί που το βλέμμα τους διέτρεχε τη γύμνια μου, μια γύμνια που δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε να υπάρχει αφού η ειδικότητα τους δεν σύναδε με αυτήν. «Κορυφή ο ιατρός τάδε» μου είπαν.

«Να πας σε αυτόν και να κάνει ότι ακριβώς σου πει» Και αυτό έκανα. Και βγήκα από το ιατρείο αηδιασμένη με τον εαυτό μου. Γεμάτη ντροπή. Γύρισα σπίτι και έκανα μπάνιο. «Όλα καλά με τον γιατρό με ρώτησαν;» «Όλα καλά είπα» με σταθερή φωνή πια αφού το θέατρο του παραλόγου που ξεκίνησε από τα δέκα μου χρόνια εξελίχθηκε μέσα σε αυτά τα οκτώ χρόνια με έκανε και μένα καλύτερη. Στο να κρύβομαι. Στο να φοβάμαι. Και κυρίως στο να νοιώθω ένοχη για αυτά που μου συνέβησαν.

Είμαι δέκα ετών και τραβώ το μπλουζάκι να κρύψω το στήθος μου.

Είμαι δεκατεσσάρων ετών και κρύβω το σώμα μου κάτω από φαρδιά ρούχα

Είμαι δεκαοκτώ χρονών και περπατάω γρήγορα και αποφασιστικά για να κρύψω το φόβο μου

Είμαι είκοσι πέντε χρονών, τριάντα οκτώ χρονών, πενήντα χρονών και φοράω ρούχα που δεν θέλω, περπατάω με φόβο, σκύβω το κεφάλι και συναινώ.

Με έμαθαν να ρωτώ: «Τι φόραγε αυτή;», «τι ώρα ήταν αυτή που βγήκε έξω;» , «καλά μυαλό δεν είχε;», «δεν φαντάστηκε τι είχε στο κεφάλι του ο άλλος;», «οι καλές γυναίκες αν θέλουν κρατούν τα πόδια τους κλειστά», «αν μου συνέβαινε εμένα θα του τα είχα κόψει» «έλα φτάνει με τις υστερίες» και έτσι με την επανάληψη κατάλαβα ότι εγώ είχα κάνει λάθος. Εγώ ήμουν η ένοχη.

Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο απ΄όλα;

Ότι η σιωπή στα θύματα των παρενοχλήσεων, της βίας και των βιασμών είναι εξασφαλισμένη εκ των προτέρων.

Και εγώ (εσύ) ακόμη ντρέπομαι.

|Ευχαριστώ για την άδεια που μου έδωσαν οι πρωταγωνίστριες των ιστοριών ώστε να μεταφέρω τις ιστορίες τους. Η επιβεβλημένη σιωπή κάθε φορά που σπάει είναι άξια σεβασμού, και κατανόησης.|

Νάνσυ Ψημενάτου

Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας