«Μια άλλη γενιά μεγαλώνει μέσα στην καραντίνα. Τα θαυμάζω τα εφηβάκια. Ξέρω τις θυσίες τους»

Από τη Μαρίκα Αρβανιτοπούλου, δημοσιογράφο του πολιτιστικού ρεπορτάζ και υπεύθυνη επικοινωνίας πολιτισμού

Σιωπηλοί μάρτυρες του μαρτυρίου του covid- 19 είναι τα παιδιά. Και δεν εννοώ αυτά τα παιδιά που οργανώνουν τα κορωνοπάρτι γιατί έτσι γουστάρουν και, όπως λένε, γιατί μπορούν… Εννοώ τα άλλα παιδιά, τα πιο ήσυχα, τα λιγότερα διαμαρτυρόμενα, αυτά που 14 μήνες τώρα μετρούν (με λίγη ξεγνοιασιά είναι η αλήθεια το περσινό καλοκαίρι), αυτά που έχασαν ήδη έναν χρόνο από την ωραία ζωή, την παιδική, την εφηβική, την λίγο πιο μετά… Εκεί ανάμεσα στα 19 και τα 21 (που είναι και τα καλύτερα χρόνια).

Θα έτρωγα τα σίδερα αν ήμουν 15 ή 18 χρόνων, έτσι όπως θυμάμαι σήμερα εκείνον τον απίθανα ζωηρό εαυτό μου που απειλούσε την μάνα μου σε κάθε απαγόρευση: «δε θα γίνω 18 θα δεις τι έχω να κάνω».

Πολύ προτού βιώσουμε την έννοια της πανδημίας, η δική μου γενιά (αρκετά παλιά δηλαδή) είχε περιορισμούς που έμπαιναν από το σπίτι, από τους γονείς. Από το σχολείο στη συνέχεια. Πού να διανοηθείς το μακρινό έτος 1979 ας πούμε, να πας με φρύδι βγαλμένο και σκισμένα καλσόν και παντελόνια σαν να βροντοφωνάζεις «σας έχω όλους γραμμένους εκεί που δεν πιάνει…»

Αλλά είπαμε αυτά συνέβαιναν σε άλλες εποχές που κι εμείς ως νέοι δεν αντέχαμε την πίεση, την καταπίεση, αλλά παρόλα αυτά την τρώγαμε στο κεφάλι με τη σέσουλα.

Οι καιροί μετά άλλαξαν. Οι μαθητές γυμνασίων λυκείων ζουν με θεμελιωμένα δικαιώματα (μην ξεχνάτε μικρά τέρατα, εμείς αγωνιστήκαμε για αυτά): να βγαίνουν στις πλατείες, να περπατούν κορίτσια αγκαλιά, αγόρια χέρι χέρι. Ενιότε να φουμάρουν ανέμελα, ενίοτε και μπροστά στους γονείς τους, να μιλάνε για “μπάφους” μπροστά στη μάνα τους και γενικώς να κάνουν ότι για πολλές μακρινές δεκαετίες σήμαινε “νόμο περί τεντυμποισμού” (θυμάστε και τη σχετική ταινία… Νόμος 4000).

Διαβάστε περισσότερα στο Ιnfowoman.gr