Πόσες φορές έχετε ζητήσει από το παιδί σας να μαζέψει τα παιχνίδια του, να κλείσει την τηλεόραση ή να ετοιμαστεί για το σχολείο και έχετε καταλήξει να υψώνετε τη φωνή σας; Αν σας συμβαίνει συχνά, δεν είστε οι μόνοι. Η καθημερινότητα με τα παιδιά έχει απαιτήσεις και ακόμη και οι πιο υπομονετικοί γονείς φτάνουν κάποιες στιγμές στα όριά τους.
Ωστόσο, οι φωνές δεν βοηθούν πάντα το παιδί να καταλάβει τι θέλουμε από εκείνο. Μπορεί να συμμορφωθεί προσωρινά, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έμαθε να διαχειρίζεται τη συμπεριφορά του. Αντίθετα, όταν η επικοινωνία γίνεται μέσα από ένταση, το παιδί μπορεί να επικεντρωθεί στον θυμό μας και όχι σε αυτό που προσπαθούμε να του εξηγήσουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφήνουμε τα πάντα να περνούν ή να αποφεύγουμε τα όρια. Σημαίνει ότι μπορούμε να είμαστε σταθεροί, να λέμε ξεκάθαρα τι περιμένουμε και ταυτόχρονα να μιλάμε με σεβασμό.
Υπάρχουν, λοιπόν, πέντε φράσεις που μπορείτε να δοκιμάσετε την επόμενη φορά που το παιδί σας δεν συνεργάζεται.
1. Αντί για «Πόσες φορές πρέπει να στο πω;», πείτε «Θέλω να με ακούσεις για λίγο»
Όταν επαναλαμβάνουμε την ίδια οδηγία ξανά και ξανά, είναι εύκολο να εκνευριστούμε. Η φράση «Πόσες φορές πρέπει να στο πω;» όμως συχνά κάνει το παιδί να αισθάνεται ότι το μαλώνουμε, χωρίς να του εξηγούμε τι χρειάζεται να κάνει.
Δοκιμάστε να πλησιάσετε το παιδί, να έχετε την προσοχή του και να του μιλήσετε με ήρεμη, σταθερή φωνή.
Για παράδειγμα, αντί να φωνάξετε από την κουζίνα ότι πρέπει να μαζέψει τα παιχνίδια του, μπορείτε να πείτε: «Θέλω να με ακούσεις για λίγο. Ήρθε η ώρα να μαζέψουμε τα παιχνίδια πριν από το βραδινό».
Οι σύντομες και συγκεκριμένες οδηγίες βοηθούν το παιδί να καταλάβει τι περιμένετε από εκείνο. Αν είναι μικρό, μπορείτε να το βοηθήσετε να ξεκινήσει, αντί να περιμένετε να οργανώσει μόνο του ολόκληρη τη διαδικασία.
2. Αντί για «Σταμάτα να κλαις για το παραμικρό», πείτε «Βλέπω ότι στενοχωρήθηκες»
Ένα παιδί μπορεί να κλάψει επειδή δεν πήρε αυτό που ήθελε, επειδή έχασε σε ένα παιχνίδι ή επειδή δυσκολεύεται να εξηγήσει τι αισθάνεται. Για έναν ενήλικα, η αφορμή μπορεί να φαίνεται ασήμαντη. Για το παιδί, όμως, το συναίσθημα είναι πραγματικό.
Όταν του λέμε να σταματήσει να κλαίει ή ότι κάνει σαν μωρό, δεν το βοηθάμε απαραίτητα να ηρεμήσει. Μπορούμε, αντίθετα, να αναγνωρίσουμε το συναίσθημά του χωρίς να αλλάξουμε το όριο που έχουμε θέσει.
Πείτε του: «Βλέπω ότι στενοχωρήθηκες επειδή δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο στην παιδική χαρά. Το καταλαβαίνω, αλλά τώρα πρέπει να φύγουμε».
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί μαθαίνει σταδιακά ότι μπορεί να αισθάνεται απογοήτευση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε επιθυμία του θα ικανοποιείται. Η αποδοχή του συναισθήματος δεν σημαίνει ότι υποχωρούμε σε όλα.
3. Αντί για «Είσαι πολύ άτακτος», πείτε «Αυτό που έκανες δεν ήταν σωστό»
Υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στο να χαρακτηρίζουμε το παιδί μας και στο να του εξηγούμε ότι μια συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή.
Όταν λέμε «Είσαι κακό παιδί» ή «Είσαι άτακτος», συνδέουμε την πράξη με την ταυτότητα του παιδιού. Αντίθετα, όταν περιγράφουμε τι ακριβώς συνέβη, του δίνουμε την ευκαιρία να καταλάβει το λάθος του και να προσπαθήσει να το διορθώσει.
Αν, για παράδειγμα, πετάξει ένα παιχνίδι προς το αδελφάκι του, μπορείτε να πείτε: «Δεν πετάμε τα παιχνίδια στους άλλους, γιατί μπορεί να τους χτυπήσουμε. Θέλω να μου πεις τι σε έκανε να θυμώσεις και να βρούμε έναν άλλο τρόπο να το εκφράσεις».
Το όριο παραμένει σαφές, αλλά το παιδί δεν αισθάνεται ότι απορρίπτεται συνολικά ως άνθρωπος επειδή έκανε κάτι λάθος.
4. Αντί για «Αν δεν το κάνεις, δεν θα ξαναπάρεις τίποτα», πείτε «Αυτό πρέπει να γίνει τώρα και θα σε βοηθήσω να ξεκινήσεις»
Οι απειλές μπορεί να φέρουν προσωρινά αποτελέσματα, αλλά συχνά μετατρέπουν μια απλή καθημερινή υποχρέωση σε μάχη εξουσίας. Το παιδί μπορεί να αρχίσει να αντιδρά περισσότερο στην απειλή ή να περιμένει κάθε φορά μια μεγαλύτερη συνέπεια για να συνεργαστεί.
Αντί να χρησιμοποιείτε υπερβολικές τιμωρίες, εξηγήστε τι πρέπει να γίνει και ποια είναι η λογική συνέπεια όταν αυτό δεν συμβαίνει.
Για παράδειγμα: «Τα μαθήματα πρέπει να τελειώσουν πριν ξεκινήσει η ώρα του παιχνιδιού. Θέλεις να αρχίσουμε από τα Μαθηματικά ή από τη Γλώσσα;».
Έτσι, το παιδί δεν αποφασίζει αν θα κάνει την υποχρέωσή του, αλλά έχει τη δυνατότητα να επιλέξει από πού θα ξεκινήσει. Αυτή η μικρή επιλογή μπορεί να μειώσει την αντίσταση και να το βοηθήσει να αναλάβει σταδιακά περισσότερη ευθύνη.
5. Αντί για «Άσε με ήσυχη, δεν έχω χρόνο», πείτε «Χρειάζομαι λίγα λεπτά και μετά θα σε ακούσω»
Οι γονείς δεν είναι ανεξάντλητοι. Υπάρχουν ημέρες με δουλειές, υποχρεώσεις, κούραση και ελάχιστο χρόνο για ξεκούραση. Είναι φυσιολογικό να υπάρχουν στιγμές που δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε αμέσως σε κάθε αίτημα του παιδιού.
Αυτό που έχει σημασία είναι να θέτουμε τα δικά μας όρια χωρίς να κάνουμε το παιδί να αισθάνεται ότι αποτελεί βάρος.
Μπορείτε να πείτε: «Τώρα χρειάζομαι δέκα λεπτά για να τελειώσω αυτό που κάνω. Μόλις τελειώσω, θα καθίσουμε να μου πεις τι θέλεις».
Το σημαντικό είναι να τηρήσετε, όσο είναι δυνατόν, αυτό που υποσχεθήκατε. Έτσι, το παιδί μαθαίνει ότι οι ανάγκες όλων έχουν σημασία και ότι η αναμονή δεν σημαίνει απόρριψη.
Τι να κάνετε όταν τελικά χάσετε την υπομονή σας
Ακόμη κι αν προσπαθείτε να επικοινωνείτε διαφορετικά, θα υπάρξουν στιγμές που θα φωνάξετε. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποτύχατε ως γονείς ούτε ότι πρέπει να προσπαθείτε να είστε πάντα ήρεμοι.
Αν συμβεί, μπορείτε να επιστρέψετε στη συζήτηση όταν ηρεμήσετε και να αναγνωρίσετε τη δική σας συμπεριφορά: «Πριν φώναξα και δεν ήταν ο σωστός τρόπος να σου μιλήσω. Ήμουν θυμωμένη, αλλά θα μπορούσα να το πω διαφορετικά. Αυτό που σου ζήτησα, όμως, εξακολουθεί να ισχύει».
Με αυτόν τον τρόπο, δεν χάνετε τον γονεϊκό σας ρόλο ούτε αναιρείτε τα όρια. Δείχνετε στο παιδί ότι οι άνθρωποι κάνουν λάθη, αναλαμβάνουν την ευθύνη τους και προσπαθούν να επανορθώσουν.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς
Η αλλαγή στον τρόπο επικοινωνίας δεν γίνεται από τη μια ημέρα στην άλλη. Ούτε υπάρχει μία φράση που θα κάνει κάθε παιδί να συνεργαστεί αμέσως. Η ηλικία, η ιδιοσυγκρασία, η κούραση και οι συνθήκες κάθε στιγμής επηρεάζουν τη συμπεριφορά του.
Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθούμε να είμαστε σαφείς, σταθεροί και διαθέσιμοι να ακούσουμε. Να θέτουμε όρια χωρίς να προσβάλλουμε, να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα χωρίς να υποχωρούμε σε κάθε απαίτηση και να θυμόμαστε ότι η συνεργασία καλλιεργείται σταδιακά.
Γιατί τελικά, δεν χρειάζεται να κερδίζουμε κάθε διαφωνία με το παιδί μας. Χρειάζεται να το βοηθάμε να μάθει πώς να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, να σέβεται τους άλλους και να επικοινωνεί ακόμη κι όταν κάτι δεν γίνεται όπως το θέλει.
Και αυτό ξεκινά συχνά από μια μικρή αλλαγή: όχι από το να μην υψώσουμε ποτέ ξανά τη φωνή μας, αλλά από το να προσπαθήσουμε την επόμενη φορά να πούμε τα ίδια πράγματα με διαφορετικό τρόπο.
