Υπάρχουν φορές που ένα παιδί γυρίζει από το σχολείο, αφήνει την τσάντα του, απαντά «καλά» όταν το ρωτάμε πώς πέρασε και κλείνεται στο δωμάτιό του. Δεν κλαίει, δεν φωνάζει και δεν ζητά βοήθεια. Κι όμως, κάτι μπορεί να το βαραίνει.
Τα παιδιά δεν έχουν πάντα τις λέξεις για να περιγράψουν όσα αισθάνονται. Μπορεί να δυσκολεύονται να μιλήσουν για μια απόρριψη από τους φίλους τους, μια απογοήτευση στο σχολείο ή έναν φόβο που δεν ξέρουν πώς να εξηγήσουν. Έτσι, πολλές φορές, η στενοχώρια τους εκφράζεται μέσα από τη συμπεριφορά τους.
Το ζητούμενο δεν είναι να ανησυχούμε για κάθε αλλαγή στη διάθεσή τους, αλλά να παρατηρούμε με προσοχή όταν κάτι επιμένει ή διαφέρει αισθητά από τη συνηθισμένη συμπεριφορά τους.
1. Απομακρύνεται από δραστηριότητες που αγαπούσε
Ένα παιδί που μέχρι πρόσφατα ανυπομονούσε να συναντήσει τους φίλους του, να παίξει ή να ασχοληθεί με το αγαπημένο του χόμπι μπορεί ξαφνικά να δείχνει αδιαφορία. Μπορεί να προτιμά να μένει μόνο του ή να αρνείται συστηματικά δραστηριότητες που παλαιότερα το ενθουσίαζαν.
Μια τέτοια αλλαγή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Όταν, όμως, διαρκεί και συνοδεύεται από άλλες αλλαγές, αξίζει να διερευνήσουμε τι συμβαίνει.
2. Θυμώνει για πράγματα που παλαιότερα δεν το ενοχλούσαν
Η στενοχώρια δεν εκδηλώνεται πάντα με δάκρυα. Μερικές φορές εμφανίζεται ως εκνευρισμός, ξεσπάσματα ή έντονη αντίδραση σε φαινομενικά ασήμαντες αφορμές.
Ένα παιδί μπορεί να δυσκολεύεται να εξηγήσει ότι αισθάνεται απογοητευμένο, μόνο ή πιεσμένο και να εκφράζει αυτά τα συναισθήματα με θυμό. Αντί να εστιάσουμε μόνο στη συμπεριφορά, μπορούμε να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι βρίσκεται πίσω από αυτήν.
3. Λέει συχνά «δεν μπορώ» ή «δεν είμαι καλό σε τίποτα»
Οι φράσεις που αφορούν την προσωπική αξία του παιδιού χρειάζονται προσεκτική αντιμετώπιση. Όταν λέει ότι δεν είναι αρκετά έξυπνο, ότι όλοι οι άλλοι τα καταφέρνουν καλύτερα ή ότι τίποτα δεν του βγαίνει, μπορεί να εκφράζει απογοήτευση ή χαμηλή αυτοπεποίθηση.
Αντί να απαντήσουμε αμέσως «μη λες χαζομάρες, είσαι υπέροχο παιδί», μπορούμε να ρωτήσουμε ήρεμα: «Τι έγινε και αισθάνεσαι έτσι;» Με αυτόν τον τρόπο, του δείχνουμε ότι παίρνουμε στα σοβαρά όσα νιώθει και ότι δεν χρειάζεται να κρύβει τις δύσκολες σκέψεις του.
4. Αλλάζει ο ύπνος ή η όρεξή του
Η δυσκολία να αποκοιμηθεί, οι συχνές αφυπνίσεις, η υπερβολική υπνηλία ή οι αισθητές αλλαγές στην όρεξη μπορεί να σχετίζονται με άγχος ή συναισθηματική επιβάρυνση. Μπορεί, βέβαια, να έχουν και άλλες αιτίες, όπως μια ασθένεια, αλλαγές στην καθημερινότητα ή σωματική κούραση.
Αν οι αλλαγές επιμένουν, επηρεάζουν την καθημερινότητα του παιδιού ή εμφανίζονται μαζί με άλλα σημάδια, είναι καλό να συζητήσουμε με τον παιδίατρο.
5. Δεν θέλει να μιλήσει για το σχολείο ή τους φίλους του
Ένα παιδί που αποφεύγει συστηματικά τις συζητήσεις για το σχολείο, δεν θέλει να συναντήσει συγκεκριμένους φίλους ή εμφανίζει έντονη απροθυμία να πάει στο μάθημα μπορεί να αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία.
Ίσως υπάρχει σύγκρουση με συνομηλίκους, αίσθημα αποκλεισμού, σχολική πίεση ή κάτι που φοβάται να αποκαλύψει. Δεν χρειάζεται να βγάλουμε βιαστικά συμπεράσματα, αλλά να του δώσουμε χώρο να μιλήσει χωρίς ανάκριση.
Μια απλή φράση όπως «Παρατήρησα ότι τελευταία δεν θέλεις να πηγαίνεις σχολείο. Θέλεις να μου πεις τι σε δυσκολεύει;» μπορεί να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση.
6. Ζητά διαρκώς επιβεβαίωση ή φοβάται μήπως απογοητεύσει τους γονείς του
«Με αγαπάς;», «Είσαι θυμωμένος μαζί μου;», «Αν πάρω κακό βαθμό, θα στενοχωρηθείς;». Όταν τέτοιες ερωτήσεις γίνονται συχνές, μπορεί να δείχνουν ότι το παιδί χρειάζεται περισσότερη συναισθηματική ασφάλεια.
Είναι σημαντικό να καταλαβαίνει ότι η αγάπη μας δεν εξαρτάται από τους βαθμούς, τις επιδόσεις ή το αν συμπεριφέρεται πάντα όπως περιμένουμε. Μπορούμε να βάζουμε όρια και να διορθώνουμε μια συμπεριφορά χωρίς να κάνουμε το παιδί να αισθάνεται ότι απορρίπτουμε το ίδιο.
7. Λέει ότι είναι μόνο του, ακόμη κι όταν βρίσκεται με άλλους
Η μοναξιά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα παιδί δεν έχει φίλους. Μπορεί να συμμετέχει σε μια παρέα και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται ότι δεν το καταλαβαίνει κανείς ή ότι δεν έχει κάποιον στον οποίο μπορεί να μιλήσει πραγματικά.
Αν εκφράζει συχνά τέτοια συναισθήματα, ας μην τα υποτιμήσουμε με φράσεις όπως «έχεις τόσους φίλους, τι άλλο θέλεις;». Είναι προτιμότερο να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς βιώνει το ίδιο τις σχέσεις του.
Τι να κάνουμε όταν υποψιαζόμαστε ότι κάτι το στενοχωρεί;
Δεν χρειάζεται να έχουμε όλες τις απαντήσεις ούτε να πιέσουμε το παιδί να μιλήσει αμέσως. Μπορούμε, όμως, να του δείξουμε έμπρακτα ότι είμαστε διαθέσιμοι.
- Ακούμε χωρίς να διακόπτουμε. Δεν σπεύδουμε να δώσουμε συμβουλές ή να διορθώσουμε όσα αισθάνεται.
- Αποφεύγουμε την υποτίμηση. Το «δεν είναι τίποτα» μπορεί να το κάνει να αισθανθεί ότι η δυσκολία του δεν έχει σημασία.
- Δεν το πιέζουμε να αποκαλυφθεί. Μερικά παιδιά χρειάζονται χρόνο ή προτιμούν να μιλήσουν ενώ κάνουν κάτι μαζί μας, όπως μια βόλτα ή ένα παιχνίδι.
- Διατηρούμε μικρές καθημερινές στιγμές σύνδεσης. Ένα ήρεμο γεύμα, λίγος χρόνος μαζί πριν από τον ύπνο ή μια συζήτηση χωρίς κινητά μπορεί να διευκολύνει την επικοινωνία.
- Παρατηρούμε τη διάρκεια και την ένταση των αλλαγών. Αν η στενοχώρια επιμένει, επηρεάζει το σχολείο, τις φιλίες, τον ύπνο ή τη λειτουργικότητα του παιδιού, ζητάμε καθοδήγηση από τον παιδίατρο ή ειδικό ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων.
Αν το παιδί μιλήσει για αυτοτραυματισμό, ότι δεν θέλει να ζει ή ότι θέλει να εξαφανιστεί, χρειάζεται να το πάρουμε σοβαρά και να αναζητήσουμε άμεσα επαγγελματική βοήθεια.
Μερικές φορές, αυτό που χρειάζεται είναι να το ακούσουμε
Δεν είναι κάθε ήσυχη μέρα ένδειξη προβλήματος και δεν χρειάζεται να ερμηνεύουμε κάθε αλλαγή ως προειδοποίηση. Τα παιδιά, όπως και οι ενήλικες, έχουν δικαίωμα να περνούν δύσκολες στιγμές.
Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι να γνωρίζουν ότι δεν χρειάζεται να προσποιούνται πως είναι καλά για να μας ευχαριστήσουν. Ότι μπορούν να θυμώσουν, να απογοητευτούν, να φοβηθούν ή να κλάψουν χωρίς να χάσουν την αγάπη και την αποδοχή μας.
Μερικές φορές, η πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι «Τι έχεις πάλι;», αλλά «Θέλεις να μείνω λίγο μαζί σου;».
