Μία ιστορία για φιλίες που αποδείχθηκαν… φαντάσματα στις δύσκολες ώρες
Μία μητέρα βίωσε αυτό που κάθε γονιός απεύχεται: να αρρωστήσει το παιδί του με καρκίνο. Πίστεψε σε φίλους, που ενώ αρχικά έδειξαν συμπαράσταση, μετά εξαφανίστηκαν σαν να μην την γνώριζαν. Η ίδια περιγράφει την εμπειρία της για την αξία της πραγματικής φιλίας στις πιο δύσκολες ώρες.
«Η πρώτη φωτογραφία που μοιράστηκα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αφότου η 8χρονη κόρη μου διαγνώστηκε με λευχαιμία ήταν από το κρεβάτι του νοσοκομείου με μία συλλογή από πλαστικά αλογάκια γύρω της, που τα είχε για να παίζει. Τα καστανά μαλλάκια της κρέμονταν γύρω από το πρόσωπό της και ένα πλαστικό σωληνάκι έβγαινε από το τεντωμένο χέρι της. Χαμογελούσε καθώς έπιανε ένα από τα αλογάκια της κι εγώ τη φωτογράφιζα.
Μέσα σε λίγα λεπτά στο τηλέφωνό μου πετάχτηκαν ένα σωρό ειδοποιήσεις. Μηνύματα υποστήριξης και προσφορά για βοήθεια. Άνθρωποι που δεν τους είχα μιλήσει για χρόνια με προσέγγισαν για να μου ζητήσουν αν ήθελα να μου μαγειρέψουν κάτι ή να φέρουν τρόφιμα και παιχνίδια για την κόρη μου. Μία ομάδα ντόπιων φίλων μου έσετιλαν μηνύματα, ότι θα είναι στο πλευρό μου και μπορώ να στηριχτώ πάνω τους τα επόμενα χρόνια. Ένα σωρό καρδούλες, emojis και άλλα τέτοια έδιναν υποσχέσεις, ότι δεν θα το περνούσαμε όλο αυτό μόνοι.

Για κάποιο διάστημα, οι υποσχέσεις τηρήθηκαν. Οι πρώτοι μήνες του καρκίνου είχαν ένα σωρό από καλάθια με δώρα στην πόρτα μου και μηνύματα υποστήριξης αργά τη νύχτα. Είχα αφήσει ένα κουτί με κλειδιά από το σπίτι μου και τον κωδικό μου σε κάποιους πολύ στενούς φίλους και συχνά, έπειτα από πολύωρη παραμονή στο νοσοκομείο, γύριζα στο σπίτι μου και έβρισκα τα πιάτα μου πλυμένα, το πλυντήριο έτοιμο και μία κατσαρόλα μέσα στο ψυγείο μου με ένα μήνυμα που μου υπενθύμιζε, ότι οι άνθρωποι στη ζωή μου ήταν αποφασισμένοι να με κρατήσουν κοντά τους, αν άρχιζα να απομακρύνομαι.
Οκτώ μήνες μετά τη θεραπεία, υπήρξε μία απομάκρυνση. Η ομάδα των φίλων που είχαν εκδηλώσει την αμέριστη υποστήριξή τους στην αρχή της διάγνωσης της κόρης μου, πλέον ήταν δύσκολο να προσεγγιστούν. Οι απαντήσεις στα μηνύματά μου μειώθηκαν και μετά σταμάτησαν. Οι κλήσεις μου παρέμεναν αναπάντητες και παρακολουθούσα τους ανθρώπους που θεωρούσα, ότι ήταν κοντά μου, να απομακρύνονται. Μου πήρε μήνες να καταλάβω, ότι εξαφανίζονταν στη μέση της θεραπείας της κόρης μου.
Στην αρχή δυσκολευόμουν να δεχτώ την απόρριψη. Ούτε στις ταινίες δεν θα μπορούσα να φανταστώ κάτι τέτοιο. Άρχισα να το εκλογικεύω, λέγοντας στον εαυτό μου, ότι ήταν απασχοημένοι, ίσως άρρωστοι ή ίσως ξέχασαν να πληρώσουν τον λογαριασμό του κινητού τους. Το σκεφτόμουν επανειλημμένα αυτό, καθώς δεν μπορούσα να πιστέψω, ότι οι φίλοι μου εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της μίας πολύ δύσκολης στιγμής που θα βίωνε μία οικογένεια.

Συνήθως, έχω κάποια απάντηση μία ή δύο μέρες αργότερα. Οι δικαιολογίες ποικίλουν. Μερικές φορές μου λένε, ότι έχουν πολλή δουλειά η άλλες λένε κάτι ασαφές του τύπου “συγγνώμη δεν σου απαντήσαμε, γιατί…”. Και καθώς η σιωπή συνεχιζόταν, δεν μπορούσα πια να το εκλογικεύσω. Οι ίδιοι άνθρωποι που άφηναν εγκάρδια σχόλια κάτω από την πρώτη φωτογραφία της κόρης μου, που μου έστελναν συνεχώς μηνύματα και αν χρειάζομαι κάτι, τώρα στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου, δεν μπορώ να τους βρω πουθενά.
Μέχρι που μία μέρα βγήκα μια βόλτα στο κέντρο της πόλης. Ήταν Σάββατο βράδυ και ρώτησα, αν ήεθελε κάποιος να έρθει μαζί μου. Η κόρη μου είχε επιστρέψει σπίτι από το νοσοκομείο και ήταν κοντά της η μητέρα μου, συνεπώς είχα ένα βράδυ για μένα μετά από πολύ καιρό. Πολλώ δε μάλλον, ήλπιζα να δω κάποιο φιλικό μου πρόσωπο και απλά να μιλήσουμε. Αφού περίμενα ώρες χωρίς απάντηση, πήγα βόλτα μόνη μου και πέρασα από ένα μπαράκι κοντά στο σπίτι μου. Από το παράθυρο είδα μία ομάδα ανθρώπων να στέκεται γύρω από ένα ψηλό τραπέζι. Ήταν οι φίλοι, στους οποιους είχα στείλει μήνυμα νωρίτερα για να βγούμε μαζί. Είδα τα να μιλούν και να γελούν. Το στομάχι μου δέθηκε κόμπος και βούρκωσα.

Το ότι πληγώθηκα ήταν λίγο να περιγράψω αυτό το συναίσθημα. Ήταν μαχαιριά να έχεις εμπιστευτεί ανθρώπους και σιγά σιγά να απομακρύνονται, όταν τους χρειάστηκες περισσότερο. Όμως, πέρα από τις πληγές μου και τη μοναξιά μου, αυτό που συνειδητοποίησα περισσότερο ήταν, ότι το δίχτυ ασφαλείας μου ήταν γεμάτο τρύπες. Ένιωσα εγκαταλελειμμένη και άρχισα να πιστεύω, πως έχω ξεχάσει αυτά που ήξερα γύρω από τη φιλία.
Η εμπειρία μου από αυτό το ghosting κατά τη διάρκεια της ασθένειας της κόρης μου με δίδαξε για την ευθραυστότητα της φιλίας, αλλά και για την ανθεκτικότητά της. Έμαθα, ότι οι σχέσεις μπορούν να επιβιώσουν, ακόμη και όταν παραπαίουν. Ανακάλυψα ότι κάποιοι φίλοι μπορεί να απομακρύνονται, όμως άλλοι θα μας εκπλήξουν με την ήσυχη, σταθερή παρουσία τους. Στο τέλος, απέκτησα μια βαθύτερη κατανόηση του τι σημαίνει να είσαι και φίλος και άνθρωπος που έχει ανάγκη, και έμαθα να είμαι ευγνώμων για κάθε άτομο που μπαίνει στη ζωή μου – ακόμα και τα φαντάσματα.
