Η Εύη Ορφανού είναι suvrivor. Είναι μια γυναίκα που έχει περάσει δια πυρός και σιδήρου, όπως πολλοί ακόμη ασθενείς με σοβαρά και χρόνια νοσήματα, και με αφορμή τη δική της προσωπική ιστορία στέκεται στο πλευρό άλλων ασθενών. Όμως η Εύη Ορφανού είναι κυρίως μητέρα. Και σήμερα που είναι η Παγκόσμια Ημέρα Επιζώντων Καρκίνου, μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις και τη δύναμη που αντλεί από τη μητρότητα.
«Η αγάπη μιας μητέρας είναι πιο δυνατή από τον φόβο»
«Σε ηλικία μόλις 43 ετών, ο καρκίνος χτύπησε την πόρτα μου. Μέχρι τότε πίστευα κι εγώ, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, ότι οι σοβαρές ασθένειες αφορούν πάντα κάποιον άλλον. Ότι υπάρχει χρόνος. Ότι έχουμε μπροστά μας μια ολόκληρη ζωή για να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας, να κάνουμε σχέδια, να ονειρευτούμε.
Η ζωή όμως είχε διαφορετική άποψη.
Το 2015 πήραμε την απόφαση να αφήσουμε την Αθήνα και να κάνουμε μια νέα αρχή στην Ορεστιάδα. Η κόρη μας ήταν μόλις πέντε ετών. Ένα παιδί γεμάτο όνειρα, απορίες και αθωότητα. Το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να της προσφέρουμε μια καλύτερη ζωή.
Δεκαπέντε ημέρες μετά τη μετακόμισή μας, ανακάλυψα ένα μικρό ογκίδιο στον μαστό μου.
Στην αρχή δεν ανησύχησα ιδιαίτερα. Είχα κάνει μαστογραφία λίγους μήνες πριν και ήταν καθαρή. Όμως οι εξετάσεις που ακολούθησαν άρχισαν να δημιουργούν ερωτήματα. Άλλες έδειχναν ότι όλα ήταν καλά και άλλες ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά.
Θυμάμαι ακόμη τις ατελείωτες ώρες αναμονής. Την αγωνία. Τις ελπίδες που γεννιούνταν και γκρεμίζονταν μέσα σε λίγα λεπτά. Μέχρι που ήρθε εκείνο το τηλεφώνημα.
«Βρέθηκαν καρκινικά κύτταρα.»
Τέσσερις λέξεις.
Τέσσερις λέξεις αρκετές για να χωρίσουν τη ζωή μου σε δύο μέρη: πριν και μετά.
Εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτηκα τον εαυτό μου. Δεν σκέφτηκα τον πόνο, το χειρουργείο ή τις θεραπείες. Η πρώτη εικόνα που ήρθε στο μυαλό μου ήταν το πρόσωπο της κόρης μου.
Το παιδί μου.
Το μικρό κορίτσι που κάθε βράδυ ερχόταν να χωθεί στην αγκαλιά μου πριν κοιμηθεί.
Το παιδί που με φώναζε «μαμά» δεκάδες φορές την ημέρα.
Το παιδί που είχε ανάγκη να μεγαλώσει έχοντας τη μητέρα του δίπλα του.
Και τότε γεννήθηκε μέσα μου ένας φόβος που δεν είχα νιώσει ποτέ ξανά.
Όχι ο φόβος του θανάτου.
Ο φόβος μήπως δεν προλάβω να τη δω να μεγαλώνει.
Μήπως δεν είμαι εκεί στην πρώτη μέρα του σχολείου, στην εφηβεία της, στις αγωνίες της, στις χαρές της.
Μήπως μια μέρα χρειαστεί να θυμάται τη μητέρα της μέσα από φωτογραφίες.
Αυτός ήταν ο φόβος που με συνέτριψε.
Και ταυτόχρονα αυτός ήταν ο φόβος που με έκανε να παλέψω.
Έπρεπε να της μιλήσω.
Πώς εξηγείς όμως σε ένα παιδί πέντε ετών ότι η μαμά του έχει καρκίνο;
Κάθισα δίπλα της και της είπα ότι η μαμά έχει ένα κακό σπυράκι στο στήθος που πρέπει να βγάλουν οι γιατροί. Ότι ίσως αλλάξει λίγο η εμφάνισή της, αλλά η καρδιά της θα παραμείνει η ίδια. Ότι η αγάπη της για εκείνη δεν θα αλλάξει ποτέ.
Δεν ξέρω αν κατάλαβε ακριβώς τι συνέβαινε.
Ξέρω όμως ότι με κοίταξε με εκείνη την απόλυτη εμπιστοσύνη που μόνο τα παιδιά μπορούν να δείξουν.
Σαν να μου έλεγε χωρίς λόγια:
«Θα τα καταφέρεις, μαμά.»
Και έπρεπε να τα καταφέρω.
Για εκείνη.
Πήρα την απόφαση να προχωρήσω σε ολική μαστεκτομή. Ήθελα να ξυπνήσω από το χειρουργείο γνωρίζοντας ότι ο καρκίνος δεν βρίσκεται πια μέσα μου. Ήθελα να κάνω ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να έχω όσο το δυνατόν περισσότερα χρόνια μαζί με το παιδί μου.
Όταν ξύπνησα μετά την επέμβαση, τίποτα δεν ήταν ίδιο.
Το σώμα μου είχε αλλάξει.
Η εικόνα μου είχε αλλάξει.
Όμως ήμουν ζωντανή.
Και αυτό ήταν αρκετό.
Οι μήνες που ακολούθησαν δεν ήταν εύκολοι. Υπήρξαν πόνοι, δυσκολίες, ανασφάλειες και πολλές στιγμές που λύγισα. Υπήρξαν βράδια που έκλαιγα κρυφά για να μη με δει η κόρη μου. Υπήρξαν στιγμές που αναρωτήθηκα αν θα ξαναγίνω ποτέ ο άνθρωπος που ήμουν πριν.
Αργότερα ήρθε και η κατάθλιψη. Ήρθαν οι κρίσεις πανικού. Ήρθαν μέρες που δεν είχα δύναμη ούτε να σηκωθώ από το κρεβάτι.
Κι όμως, ακόμη και τότε, υπήρχε ένα μικρό χέρι που ερχόταν να πιάσει το δικό μου.
Ένα παιδικό χαμόγελο που μου θύμιζε γιατί έπρεπε να συνεχίσω.
Ένα παιδί που χωρίς να το γνωρίζει έγινε η μεγαλύτερη πηγή δύναμής μου.
Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω ότι ο καρκίνος μου πήρε πολλά.
Μου πήρε την αίσθηση της ασφάλειας.
Μου πήρε την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι δεδομένα.
Μου πήρε ένα κομμάτι από το σώμα μου.
Όμως μου χάρισε και κάτι πολύ σημαντικό.
Μου έμαθε να εκτιμώ κάθε στιγμή.
Κάθε αγκαλιά.
Κάθε γέλιο.
Κάθε πρωινό που ξυπνάω και βλέπω το παιδί μου να μεγαλώνει.
Σήμερα η κόρη μου δεν είναι πια το πεντάχρονο κοριτσάκι που κρατούσα στην αγκαλιά μου όταν άκουσα τη διάγνωση.
Μεγάλωσε.
Κι εγώ είμαι εδώ.
Εδώ για να τη δω να προχωρά.
Να ονειρεύεται.
Να χαμογελά.
Να γίνεται η γυναίκα που πάντα ήλπιζα ότι θα γίνει.
Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μου έδωσε η ζωή μετά τον καρκίνο.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Επιζώντων Καρκίνου, θέλω να στείλω ένα μήνυμα σε κάθε άνθρωπο που δίνει τη δική του μάχη.
Μη χάσετε την ελπίδα σας.
Ακούστε τους γιατρούς σας, εμπιστευθείτε τους ανθρώπους που σας αγαπούν και επιτρέψτε τους να σταθούν δίπλα σας.
Και αν είστε γονείς, θυμηθείτε ότι πολλές φορές τα παιδιά μας γίνονται η δύναμη που δεν ξέραμε ότι διαθέτουμε.
Γιατί εγώ δεν πάλεψα μόνο για να επιβιώσω.
Πάλεψα για να συνεχίσω να είμαι μαμά.
Και αυτή ήταν η σημαντικότερη μάχη της ζωής μου.
Σήμερα είμαι εδώ.
Ζωντανή.
Δυνατή.
Ευγνώμων.
Και κάθε φορά που ακούω τη λέξη «μαμά», ξέρω ότι άξιζε κάθε δευτερόλεπτο αυτού του αγώνα».
