Οι χάρτινοι ήρωες των παιδικών μας καλοκαιριών

Αύγουστος! Καλοκαίρι! Ξεγνοιασιά! Τίποτα δεν στέκει ικανό να μας χαλάσει την διάθεση.  

Οι ρυθμοί μας χαλαρώνουν και απολαμβάνουμε τις ομορφιές της πιο όμορφης χώρας του κόσμου που έχουμε την ευλογία να κατοικούμε.

Σίγουρα σε παρέες που σμίγουν σε πλατείες χωριών, παραλίες και αλλού συζητιούνται  με νοσταλγία τα περασμένα καλοκαίρια και ιδίως τα παιδικά…αυτά που ζούσαμε ως παιδιά.

Ποιος από εμάς δεν έχει στις αναμνήσεις του ένα παιδικό καλοκαίρι; Το τρεχαλητό, το κολύμπι, το ποδήλατο, η μπάλα… όλα.

Και τα μεσημέρια όταν οι γονείς μας έβαζαν ή μας έσερναν στο σπίτι για να ξεκουραστούμε δήθεν (κυρίως για να μας ταϊσουν και να ηρεμήσουν λίγο εκείνοι από την επίβλεψη που μας είχαν) ξεφυλλίζαμε ιστορίες κόμικ ή βιβλίων.

Κάθε καλοκαιρινό μεσημέρι είχε ένα χάρτινο ήρωα που άλλοτε ταυτιζόμασταν μαζί του, άλλοτε γελάγαμε με τη ψυχή μας ή ακόμη αγωνιούσαμε έως ότου ολοκληρωθεί η ευφάνταστη περιπέτεια του.

Παιδικοί συγγραφείς, εικονογράφοι, καλλιτέχνες κ.α μοιράζονται με το Πινάκιο ένα καλοκαίρι με τον δικό τους χάρτινο ήρωα.

Ας ξεφυλλίσουμε μαζί τους ωραίες καλοκαιρινές αναμνήσεις…

Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, δημιουργός κόμικ

«Το πρώτο και κατά συνέπεια ίσως και το αγαπημένο μου κόμικ πλέον, που διάβασα ποτέ ήταν  «ΤΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ», του Γκιγιέρμο Μορντίγιο. Ήταν και είναι από τα αγαπημένα μου αναγνώσματα τα καλοκαίρια και όχι μόνο, για τον απλούστατο λόγο ότι διηγούταν μια ιστορία χωρίς καθόλου λόγια χρησιμοποιώντας μόνο τις πανέμορφες εικόνες του. Από τότε κατάλαβα ότι η εικόνα έχει πολύ μεγάλη δύναμη και επιπλέον με προκάλεσε να θέσω τη φαντασία μου σε λειτουργία ώστε να αντιληφθώ ακριβώς την ιστορία που ήθελε να πει. Πρόκειται για έναν στόλο πειρατών που ξεκινούν το ταξίδι τους να βρουν έναν θησαυρό και στην πορεία συναντούν διάφορες περιπέτειες. Ήταν και το πρώτο του Μορντίγιο που απευθυνόταν σε παιδικό κοινό. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω λοιπόν κάποιο αγαπημένο μου βιβλίο κόμικ, αυτό θα ήταν «ΤΟ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ»»..

Βαγγέλης Καραδήμας, animator: 

«Πιτσιρικάς διάβαζα πολλά κόμικ το καλοκαίρι. Θυμάμαι μάλιστα να είμαι στο χωριό και να περιμένω με αγωνία τον πατέρα μου να έρθει με άδεια από την Αθήνα και να έχει περάσει από το πρακτορείο τύπου στην πιο κοντινή πόλη, για να μας φέρει τις παραγγελίες από περιοδικά!

΄Το περιοδικό που περισσότερο όμως «σημάδεψε» τα καλοκαίρια μου ήταν η «Βαβούρα», ένα κόμικ πολύ προχωρημένο για τα ελληνικά δεδομένα. Δεν ήταν ελληνικό – νομίζω σπάνια θα υπήρχε – αν  υπήρχε – κάποιο έργο Έλληνα κομίστα. Ήταν ουσιαστικά ανατυπώσεις ξένων κόμικ. Αυτοτελείς ιστορίες, δοσμένες σε μία, το πολύ δύο σελίδες.

Το κύριο χαρακτηριστικό των ιστοριών εκείνων ήταν η “παράνοια”, η απουσία συχνά λογικής, κάτι που οδηγούσε σε εξωφρενικές καταστάσεις γέλιου. Όλα ήταν πιθανά στην Βαβούρα!

Ανάμεσα σε άλλα, μπορούσε εκεί κάποιος να βρει και γνωστά κόμικς, όπως το «Αντιρίξ και Συμφωνίξ» (λογικό, αφού είναι ένα απόλυτα παρανοϊκό κόμικ).

Το σημείο όμως που η μνήμη έχει κρατήσει στην μνήμη ανεξίτηλα, είναι η τελευταία σελίδα του περιοδικού, το οπισθόφυλλο. Φιλοξενούσε την “Οδό Τρέλας 13”, όπου διάφορες παλαβές καταστάσεις συνέβαιναν σε μία πολυκατοικία με τους πιο απίθανους τύπους να ζουν και να μπαινοβγαίνουν εκεί μέσα.

Δυστυχώς όλα τα τεύχη του περιοδικού τα έχασα (όπως και όλα τα περιοδικά που είχα από εκείνα τα χρόνια). Θα ήθελα πολύ να δω πού έχουν μετακομίσει οι ένοικοι της τρελής εκείνης πολυκατοικίας.».

Μαριλένα Παππά,  συγγραφέας

Ποιο κόμικ ή βιβλίο διάβαζες ξανά και ξανά; Και γιατί σου άρεσε ο πρωταγωνιστής του;

«Το βιβλίο που έχω διαβάσει περισσότερο στη ζωή μου είναι «Τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι» της Βούλας Μάστορη. Θυμάμαι τον εαυτό μου να κάθεται στην πίσω αυλή του σπιτιού μας, μεσημέρι καλοκαιριού (ούτε εγώ, ούτε ο αδελφός μου κοιμόμασταν). Η μαμά μου συγύριζε την κουζίνα μέσα κι εγώ διάβαζα ξανά και ξανά την ιστορία της Άννας. Η Άννα είναι στο κατώφλι της μετάβασης από την παιδικότητα στην εφηβεία και την ενηλικίωση. Η ανεμελιά του καλοκαιριού, τα πρώτα σκιρτήματα και τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι. Πιστεύω ότι σε οτιδήποτε κι αν έχω γράψει βάζω πάντα λίγο απ’ αυτό το φεγγάρι μέσα. Η Βούλα Μάστορη είναι η αγαπημένη μου συγγραφέας – έγινε εκείνο το απόγευμα καλοκαιριού της Πέμπτης δημοτικού.

Ποιος ήταν ο αγαπημένος σου παιδικός χάρτινος ήρωας τα καλοκαίρια…

«Νομίζω ότι πολλά από τα οποία έγινα, τα οφείλω σ’ εκείνα τα καλοκαίρια. Όσο ήμουν στην Αθήνα διαβάζαμε με την κολλητή μου – η ίδια από τότε, μέχρι σήμερα – Μίνι, Άρτσι (φανατικά), Μικρή Λουλού.

Όταν φεύγαμε για το εξοχικό, είχα πάντα από την προηγούμενη χρονιά φυλαγμένα άπειρα τεύχη Ποπάϋ, Στρουμφάκια και πάντα τα ίδια δύο βιβλία: «Τα ασημένια πατίνια» του Pierre- Jules Hetzel (μου το είχε δωρίσει ο παππούς μου) & «Ο Εε απ’ τα άστρα» του Μάνου Κοντολέων (μου το είχε χαρίσει ο αδελφός μου). Μεγαλώνοντας (γύρω στα 12) ξεκίνησα να διαβάζω Λόμπσανγκ Ράμπα – ειλικρινά νομίζω ότι δεν καταλάβαινα τίποτα και ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί τα διάβαζα! Ο μπαμπάς μου είχε άπειρα βιβλία του, τα οποία τα είχε μεταφέρει στη δική μου βιβλιοθήκη, οπότε μετά το μπάνιο άνοιγα πάντα μία τυχαία σελίδα και διάβαζα! Επίσης, δεν ξέρω αν με τιμά, διάβαζα φανατικά «Κατερίνα» και «Σούπερ Κατερίνα» φυσικά! Όταν φεύγαμε για διακοπές – εκτός εξοχικού – προτιμούσα να μη διαβάζω τίποτα. Ήθελα να βλέπω τα τοπία και να σκέφτομαι τους δικούς μου ήρωες».

Αργυρώ Μουντάκη, παιδική συγγραφέας

«Όταν ήμουν μικρή λοιπόν τα βιβλία ήταν τα καλοκαίρια πολύ αγαπημένοι μου φίλοι, σπουδαία συντροφιά πραγματικά! Πολλά βιβλία αγάπησα, μα ποιο να πρωτοθυμηθώ; Αλλά μιας και με βρίσκετε στο πατρικό μου, καλοκαίρι και πάλι στον τόπο μου, στα Χανιά, πήγα και «σκάλισα» λίγο την βιβλιοθήκη του σπιτιού μου! Και βρήκα, ναι βρήκα αληθινούς θησαυρούς!!! Δεν μπορώ να ξεχωρίσω ανάμεσα σε αυτά τα δύο βιβλία ποιο με συνάρπασε πιο πολύ στην παιδική μου ηλικία! Η «Μαίρη Πόππινς» -χαρισμένο βιβλίο από τον μπαμπά μου- με τις ιδιαιτερότητές της και με την ιδιαίτερη σχέση της με τα παιδιά μου άρεσε πολύ και με έκανε να γελάω, γνώριζα επίσης έναν διαφορετικό κόσμο μίας άλλης εποχής σε μία ξένη χώρα και αυτό ήταν πραγματικά ενδιαφέρον. «Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες» -χαρισμένο από τη δασκάλα κα Νότα- του Ιουλίου Βερν απ’ την άλλη με τον συναρπαστικό και πανέξυπνο Φιλέα Φογκ και τον πιστό του Πασπαρτού με συγκινούσε με τις τόσο εκπληκτικές περιπέτειες τους κάνοντας τον γύρο του κόσμου σε μία άλλη εποχή σε μόλις 80 μέρες! Τι συναρπαστικός ο τρόπος που μετακινούνταν από χώρα σε χώρα, τα Μέσα Μεταφοράς δηλαδή, που μπορούσε να είναι και ένας ελέφαντας!

Αλλά και τι ωραίο που μέσα από τις περιπέτειές τους γνώριζα άλλους πολιτισμούς! Επίσης η υποψία του ειδυλλίου του αγαπητού Φιλέα με την Αούντα ήταν ένας ακόμα λόγος να αγαπώ αυτό το βιβλίο ακόμα περισσότερο!

Να διαβάζετε το καλοκαίρι λοιπόν! Να απολαμβάνετε τα βιβλία και να αφιερώνετε τον χρόνο σας δημιουργικά σε ωραία πράγματα όπως είναι η ανάγνωση! Έτσι γνωρίζετε άλλους πολιτισμούς, χώρες, νοοτροπίες! Μην σπαταλάτε τον πολύτιμο χρόνο σας μόνο σε οθόνες! Τα βιβλία ανοίγουν ένα παράθυρο σε άλλους κόσμους!».

Κυριάκος Παπουλίδης, παρουσιαστής

Η ιστορία του Μικρού Πρίγκηπα είναι γεμάτη με πνεύμα και σοφία, καθώς κάθε λέξη αγγίζει την ψυχή σου. Κάθε φορά που διαβάζω τον Μικρό Πρίγκηπα, ανακαλύπτω και ένα νέο μονοπάτι.

Οι άνθρωποι είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός που αυτός ο πλανήτης έχει να προσφέρει.

Μέσα από αυτό το βιβλίο έμαθα ότι όσο σκοτεινή κι αν είναι η ζωή, υπάρχει πάντα ελπίδα … φως… και πάντα κάποιος εκεί έξω που θα σε βοηθήσει.

Είναι εξαιρετικό το πώς ακόμη και μια μικροσκοπική λάμψη φωτός στο πιο σκοτεινό δάσος,  μας φέρνει την υπόσχεση ενός καλύτερου και διαφορετικού μέλλοντος.

Η ελπίδα μας γεμίζει, πάντα, με δύναμη και θάρρος.

Παναγιώτα Στρίκου-Τομοπούλου, παιδική συγγραφέας

«Ανακαλώντας αναγνωστικές μνήμες από καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων δεν ξέρω πού να πρωτοσταθώ. Δύσκολα ξεχωρίζω κάποιον ήρωα ή βιβλίο.

Θυμάμαι, λίγο πριν φύγουμε για διακοπές, οι γονείς μου με ξαμολούσαν σε κάποιο βιβλιοπωλείο και άφηναν να επιλέξω όσα βιβλία επιθυμούσα να πάρω μαζί. Επίσης στη γειτονιά με φίλους οργανώναμε παζάρι με κόμικ. Ανταλλαγές, πωλήσεις…

Όποιο μέρος και αν έχουμε επισκεφθεί, έχω να θυμάμαι παράλληλα ταξίδια. Τα οικογενειακά και αυτά των ιστοριών που διάβαζα. Οι σελίδες των βιβλίων μου έβγαζαν φύλλο πορείας προς απίθανους προορισμούς.
Βρισκόμουν στη  Βίλα Βιλεκούλα κι ακολουθούσα την Πίπη Φακιδομύτη στις περιπέτειές της, τριγύριζα σε αλάνες  με τον Μικρό Νικόλα και την παρέα του, μοιραζόμουν τις  χαρές και τις λύπες της Μεγκ, της Μπεθ, της Τζο και της Άμι στις Μικρές κυρίες.

Και φυσικά σκαρφάλωνα συχνά στην Ντόλυ, το πιστό άλογο του Λούκυ Λουκ, επιβιβαζόμουν στο πλοίο Καραμπουτζάν για να συναντήσω τον Τεντέν και τον καπετάνιο Χάντοκ και έκανα μακροβούτια στο θησαυροφυλάκιο του Σκρουτζ.

Ένα καλοκαίρι είχα ταυτιστεί τόσο πολύ με την παρέα των παιδιών από τον «Θησαυρό της Βαγίας», που σε όλους έλεγα πως είχαμε πάει στην Αίγινα.  Δεν έχω πάει ποτέ!

Πάντα  δενόμουν και εξακολουθώ να δένομαι με ήρωες. Είναι κάπως σαν να κάνω μαζί τους διακοπές μέσα στις διακοπές. Παράλληλες ζωές, στιγμές, συναισθήματα. Δύσκολα αποχωρίζομαι μια ιστορία που μου αρέσει. Την κρατάω για καιρό στο μυαλό μου.

Άλλοτε συμπάσχω με τον ήρωα, τον συμπονώ, άλλοτε τον θαυμάζω ή τον ζηλεύω για τα όσα τολμά και καταφέρνει. Κάθε ιστορία με συντροφεύει, με γοητεύει και συνταξιδεύω μαζί της όχι μόνο τα καλοκαίρια αλλά σε κάθε εποχή».

Το πρόσφατο βιβλίο της Π. Στρίκου  «Στο τικ τακ του ρολογιού» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Άγγελος Λουκίσσας. πρώην φωτορεπόρτερ

«Τα καλοκαίρια διάβαζα Λούκυ Λουκ. Ήταν το διάλειμμα μου από το παιχνίδι και το μπάνιο μου.

Ο μοναχικός καουμπόι που πυροβολούσε πιο γρήγορα ακόμη και από την ίδια του την σκιά με ταξίδευε με την ηρεμία και την ευστροφία του.

Ήρωας χωρίς υπερδυνάμεις απένειμε δικαιοσύνη με σεμνότητα και ταπεινότητα.

Αρετές που κατάλαβα πολύ αργότερα στην ζωή μου, αλλά είχε φροντίσει ο χάρτινος ήρωας μου, να μου τις περάσει στου υποσυνείδητο μου. Ακόμη και σήμερα χαλαρώνω με τις περιπέτειες του».

Πηγή Μπουκουβάλα, ηθοποιός-σκηνοθέτης:

«Κάθε καλοκαίρι με θυμάμαι να χάνομαι για ώρες ατελείωτες στις σελίδες των κόμικ. Τα πιο αγαπημένα μου όμως ήταν τα Αστερίξ και Οβελίξ. Γελούσα τόσο πολύ με τις γκάφες και το τι μπορούσε να καταφέρει ο Οβελίξ με την απίστευτη δύναμη που του χάρισε μια βουτιά στο μαγικό ζωμό όταν ήταν μικρός. Με ταξίδευαν οι περιπέτειες τους και με έβαζαν στη διαδικασία να ακονίσω το μυαλό μου για λύσεις όπως ο Αστερίξ!»


Κατερίνα Παπαποστόλου, συγγραφέας

«Με θυμάμαι παιδί να κουβαλώ πάντα μαζί μου τα καλοκαίρια την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» του Κάρολ, την οποία διαβάζω συχνά μέχρι και σήμερα απολαμβάνοντας τη γοητεία όλης αυτής της ελευθερίας των ηρώων του συγγραφέα! Η Αλίκη δεν είναι για μένα ένας απλός ήρωας παραμυθιού. Μου δίνει την αίσθηση πως είναι η ίδια η ιστορία και αυτό σε κάνει να τη διαβάζεις, να κλείνεις τα μάτια και να ταξιδεύεις στη χώρα των θαυμάτων λες και είσαι εκεί μαζί της! Η Αλίκη είναι όλοι μαζί οι ήρωες του βιβλίου. Η Αλίκη είμαστε όλοι εμείς και οι επιλογές μας αλλά και όλες εκείνες οι ζόρικες στιγμές που φαντάζουν αδιέξοδες καταστάσεις που μπερδεμένοι συχνά τόσο πολύ παλεύουμε με κάθε πτυχή του εαυτού μας που δεν μας αρέσει, αναζητώντας την κατάλληλη πόρτα για την οποία και πρέπει να βρούμε το μαγικό κλειδί και να την ξεκλειδώσουμε, ώστε να βγούμε ξανά στο φως και να βρούμε τις ιδανικότερες λύσεις για μια ζωή που πια δεν θα μας πονά. Ο συγγραφέας αυτού του εκπληκτικού βιβλίου που γέμισε τους αναγνώστες του ανάμεικτα συναισθήματα βίωσε τόσο την αποδοχή και την αγάπη του κοινού όσο τον φθόνο και τον πόλεμο πολλών, γιατί όλο το κείμενο του πίσω από τις λέξεις, διαπνέεται από μια ασταμάτητη περιγραφή της ίδιας της μάχης της ανθρώπινης φύσης με τα στερεότυπα της κοινωνίας, ανατρέποντας την καθημερινότητα και δίνοντάς σου να καταλάβεις πως αυτό που γίνεσαι πολύ συχνά είναι αυτό που σε προστάζει η κοινωνία ή ακόμη και η ίδια σου η οικογένεια να ακολουθήσεις, χωρίς πολύ συχνά εσύ ο ίδιος να το θέλεις. Η Κάμπια ηχεί τόσο καθαρά ακόμη μέσα μου να επιμένει πως δεν πρέπει να χάνουμε την «περισσοτερότητά» μας! Ενώ η Αλίκη θα είναι πάντα τόσο ζωντανή μέσα μου να μου θυμίζει πως δεν χρειάζεται να ανησυχείς, όταν διαφοροποιείσαι από τους άλλους και βαδίζεις μόνος για ένα σου όραμα και το γεγονός ότι δεν ακολουθούν όλοι ή οι πολλοί τους δρόμους της καρδιάς τους, δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να το κάνεις εσύ! Επειδή οι περισσότεροι θέλουν να ζήσουν στα σίγουρα και στα γνώριμα δεν σημαίνει πως πρέπει να ζήσεις εκεί και εσύ! Επειδή οι πολλοί έχουν μάθει να τα παρατάνε και να χάνουν, δεν σημαίνει πως πρέπει να τα παρατήσεις και να χάσεις και εσύ! Η Αλίκη και η χώρα της πάντα θα μου διδάσκουν πως δεν έχει κανένα νόημα να ασχολείσαι με το «χθες», γιατί πολύ απλά την επόμενη μέρα δεν είσαι ο άνθρωπος που ήσουν χθες, μιας που όλα μα όλα σε μια και μόνο στιγμή αλλάζουν. Η ιστορία της πάντα μου μαθαίνει να πετάω ό, τι δεν μου αρέσει και να ξεκινώ από την αρχή μια νέα ζωή την οποία και κάθε φορά χτίζω όπως εγώ θέλω. Η Χώρα των Θαυμάτων μου αποκαλύπτει ακόμη μια μεγάλη «πλάνη» της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτό που ορίζει η κοινωνία ως φυσιολογικό μήπως τελικά απλά δεν υπάρχει ή έχουμε όλοι εμείς εκπαιδευτεί να το αποδεχόμαστε ως φυσιολογικό; Ένα βιβλίο λοιπόν, μια μαγική «αληθινή» ιστορία που μας υπενθυμίζει να βρισκόμαστε σε μια συνεχόμενη κινητοποίηση να αλλάζουμε ο, τιδηποτε δεν μας αρέσει!».

Χρυσάνθη Πρωτοψάλτου, συγγραφέας

«Όταν  είσαι  μικρός, τα καλοκαίρια φαντάζουν πολύ μεγάλα. Αργόσυρτα, ζεστά, ατελείωτα. Μέχρι να  έρθει η στιγμή για τις διακοπές, περνάνε χίλια, μπορεί κι εκατομμύρια  χρόνια!  Κάπως έτσι θυμάμαι και τα δικά μου παιδικά καλοκαίρια. Μέχρι που ένα ζεστό απόγευμα που βαριόμουν πολύ, σκαρφάλωσα στην κερασιά της αυλής μας και βολεύτηκα σ’ ένα χοντρό κλαδί, παρέα μ’ ένα βιβλίο. Τις διακοπές του Μικρού Νικόλα. Με τα τζιτζίκια να με ξεκουφαίνουν και το φως του ήλιου να με τυφλώνει, καθώς περνούσε ανάμεσα απ’ τα φύλλα, με το ένα χέρι να τσιμπολογάει κεράσια και το άλλο να στηρίζει το βιβλίο άρχισα να διαβάζω.

Παρέα με τοn Μικρό Νικόλα ταξίδεψα σ’ όλη τη Γαλλία εκείνο το καλοκαίρι κι ας μην έκανα ούτε βήμα απ’ την αυλή του σπιτιού μου. Πήγαμε για λίγες μέρες στο σπίτι της γιαγιάς του στον Νότο. Μας μαγείρευε μπουγιαμπέσα και τ’ απογεύματα μας κερνούσε παγωτό. Έπειτα, όταν τον έστειλαν κατασκήνωση, τον ακολούθησα. Εκεί να δείτε πλάκες! Στο τέλος πήγαμε για μία βδομάδα στη Βρετάνη, σ’ ένα μέρος που το λένε Μπεν Λε Μερ. Περνούσαμε όλη τη μέρα στην παραλία και βουτούσαμε τσιρίζοντας στα κρύα νερά του Ατλαντικού. Όταν οι διακοπές τελείωσαν γυρίσαμε στο σπίτι του. Στη γειτονιά, μας περίμεναν οι φίλοι του: ο Κλοτέρ, ο Έντ, ο Αλσέστ, ο Ζοφρουά κι ο Γιωακίμ. Τ’ απογεύματα παίζαμε κλέφτες κι αστυνόμους και το βράδυ πίναμε λεμονάδα καθισμένοι στην αυλή του. Ωραία που ήταν!

Από τότε πέρασε πάρα πολύς καιρός. Κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα τα παιδιά μου μουρμούριζαν ότι δεν έχουν τι να κάνουν. «Ελάτε να σας γνωρίσω τον Νικόλα, έναν φίλο μου από τότε που ήμουν μικρή» τους πρότεινα. «Ουφ, θα είναι βαρετός, όπως όλοι οι μεγάλοι» είπαν. «Όχι, ο Νικόλας είναι μικρός, σαν κι εσάς» απάντησα. Με κοίταξαν ξαφνιασμένοι «Μα, αυτό δε γίνεται» είπαν. Κι όμως, δεν υπάρχει τίποτε που να μη γίνεται μέσα σ’ ένα βιβλίο…».

Το πιο πρόσφατο βιβλίο της κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και έχει τίτλο Ο μάγος του 13.

Δημήτρης Μπογδάνος, συγγραφέας

«Ο αγαπημένος ήρωας των παιδικών μου χρόνων ήταν ο Αστερίξ. Διάβαζα αχόρταγα τις ιστορίες του μικρού ατρόμητου μουστακαλή που, έχοντας στη ζώνη του ένα μικρό σπαθί και το φλασκί γεμάτο με μαγικό ζωμό, ήταν πάντα έτοιμος για νέες περιπέτειες. Φυσικά πάντα παρέα με τον εύσωμο (προς Θεού, όχι χοντρό) φίλο του Οβελίξ και το μικροσκοπικό του σκυλάκι. Οι δυο τους ήταν πάντα πρόθυμοι να ταξιδέψουν σε οποιονδήποτε άγνωστο μακρινό τόπο, να συναντήσουν περίεργους λαούς, να βυθίσουν το καράβι των πειρατών όποτε το συναντούσαν και με ιδιαίτερη χαρά να ρίξουν φάπες σε Ρωμαίους στρατιώτες με κάθε ευκαιρία που τους δινόταν. Ιστορίες με χιούμορ, με αγωνία, με μυστήριο, αλλά πάντα με καλό τέλος.

Ακόμα και σήμερα διαβάζω ξανά και ξανά τις ιστορίες του μικρού Γαλάτη και με τη ματιά ενός μεγάλου πια, βλέπω πόσο έξυπνες και καλογραμμένες είναι. Που στο χωριό τους μπορεί να πλακώνονται με αφορμή τη φρεσκάδα των ψαριών, αλλά είναι πάντα ενωμένοι σαν γροθιά ενάντια στον κοινό εχθρό. Που ο Αστερίξ χρησιμοποιεί πιο συχνά τη δύναμη του μαγικού φίλτρου παρά το σπαθί του. Που όσες φορές κι αν ο Αστερίξ τσακωθεί με τον Οβελίξ  οι δυο φίλοι πάντα τα ξαναβρίσκουν και συγχωρούν ο ένας τον άλλον. Που κάθε τεύχος τελειώνει με ένα μεγάλο γλέντι, με το χωριό μαζεμένο γύρω από τη μεγάλη φωτιά, με πολύ φαγητό κι ένα αγριογούρουνο ξεκοκαλισμένο στο πιάτο του «εύσωμου» Οβελίξ».

Τα βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Το πιο πρόσφατο είναι το Σας παρακαλώ, μην το διαβάσετε με εικόνες της Ίριδας Σαμαρτζή.

*Του Λευτέρη Χ. Θεοδωρακόπουλου για το Πινάκιο