«Πώς θα βιώναμε την πανδημία αν ήταν τη δεκαετία του ‘80 και ήμασταν εμείς μαθητές»

«Βλέπω τον γιο μου όλο αυτό το διάστημα να τυραννιέται με την τηλεκπαίδευση, να μένει ακόμα και κάποιες μέρες κλεισμένος μέσα στο σπίτι, να μην πηγαίνει στις δραστηριότητές του, να μη βλέπει τους φίλους τόσο συχνά όσο θέλει. Τον βλέπω να αποβλακώνεται με τις ώρες με το tablet ή να χαζεύει μπροστά από την τηλεόραση.

Κι από τη μία στεναχωριέμαι με την όλη κατάσταση κι από την άλλη γίνομαι έξαλλη. Αλλά και από την άλλη σκέφτομαι πως τα παιδιά μας έχουν επιλογές σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Δηλαδή σκεφτείτε η πανδημία να ήταν τη δεκαετία του ‘80, τότε που ήμασταν εμείς μαθητές. Όχι, αλήθεια, κάντε το εικόνα. Εγώ το έχω σκεφτεί πολλές φορές κι άλλοτε γελάω κι άλλοτε σταυροκοπιέμαι που δεν μας βρήκε τέτοιο κακό.

Σχετικά άρθρα: «Λίγο ακόμα να μείνουν κλειστά τα σχολεία και το 10χρονο θα μας βάζει για ύπνο τα βράδια»

«Κινητό στο γυμνάσιο; Αμ δε – Στην Πέμπτη δημοτικού απέκτησε το πρώτο του κινητό και ξεκίνησαν τα βάσανα»

Θυμάμαι με το Τσερνόμπιλ πόσο δύσκολα είχαμε περάσει, τότε που οι γονείς δεν μας άφηναν να βγούμε έξω από το σπίτι όταν έβρεχε, δεν μας άφηναν για παράδειγμα να φάμε φράουλες, να πίνουμε κατσικίσιο γάλα επειδή οι κατσίκες είχαν φάει χόρτα. Σκεφτείτε με την πανδημία να ήμασταν κλεισμένοι μέσα στο σπίτι.

Τηλεκπαίδευση δεν θα είχαμε εννοείται, αφού το πιο εξελιγμένο σε κομπιούτερ τότε, ήταν αυτό της έγχρωμης τηλεόρασης.  Άρα, με κλειστά τα σχολεία, όταν με το καλό θα επιστρέφαμε, δεν θα ξέραμε πού θα μας πήγαιναν τα τέσσερα. Πόση διδακτέα ύλη θα είχαμε χάσει και πόσο πίσω θα είχαμε μείνει. Μπορεί και να επαναλαμβάναμε την τάξη.

Τα παιδιά τώρα διατηρούν μια επαφή με τους φίλους τους μέσω των βιντεοκλήσεων, του viber, αλλά και της ίδιας της τηλεκπαίδευσης. Εμείς, πάλι, στη μακρινή δεκαετία του ‘80, όταν θα τους συναντούσαμε στο σχολείο μέχρι που θα λέγαμε όπως οι γιαγιάδες στο χωριό: “εσύ τίνος είσαι;”.

Γιατί, αν δεν μέναμε με τους συμμαθητές μας στην ίδια γειτονιά, πόση και τι επαφή να κρατήσεις με το τότε τηλέφωνο; Το πιθανότερο, οι γονείς μας να το είχαν κλειδωμένο (όχι με κωδικό, αλλά με την αξέχαστη κλειδαριά), επειδή τότε χρεώνονταν οι κλήσεις.

Αλλά και κλειδωμένο να μην ήταν, δεν θα είχαμε την ιδιωτικότητα που έχουν σήμερα τα παιδιά. Τώρα, πηγαίνουν στο δωμάτιό τους, κλείνουν την πόρτα κι επικοινωνούν με τους φίλους τους. Τότε, το τηλέφωνο ήταν κυρίως πάνω σε ένα τραπεζάκι (στρωμένο με κεντητό σεμεδάκι) στο σαλόνι. Που σημαίνει ότι θα μας άκουγαν όλοι. Αλλά ακόμα και αν είχαμε και δεύτερη συσκευή σε άλλο δωμάτιο, πάλι είχες το άγχος πως κάποιος θα σήκωνε την άλλη συσκευή και θα σας άκουγε. Οπότε, μιλούσες και είχες το νου σου να ακούσεις το «γκλιν» που σήμαινε ότι σήκωσαν το άλλο τηλέφωνο. Οπότε και η τηλεφωνική επικοινωνία ένα δράμα θα ήταν. Κι άμα δεν άκουγες καλά τον άλλον, δεν είχε: πήγαινε κάπου που να έχει σήμα. Έπαιρνες ξανά και ξανά το μηδέν, μέχρι να τον ακούσεις.

Σήμερα τα παιδιά έχουν πολλές επιλογές και κανάλια στην τηλεόραση. Έχουν και Netflix. Εμείς τι είχαμε; ΕΡΤ1 και ΕΡΤ2. Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, μπορεί οι επιλογές μας να ήταν περιορισμένες, ήταν όμως σαφώς ποιοτικότερες, πιο αθώες και παιδικές. Ειδικά, τα τότε κινούμενα σχέδια ήταν πράγματι παιδικά. Τι να πρωτοθυμηθείς; Κάντι-Κάντι, Χάιντι, Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον, Φρου-φρου, Ροζ Πάνθηρας, Sport Billy και πόσα άλλα, που εμένα προσωπικά, αν με άφηνες όλη την ημέρα μπροστά από την τηλεόραση, εκεί θα έμενα.

Επίσης, δεν θα είχαμε τσακωμούς και διαπραγματεύσεις με τους γονείς μας για την ώρα που θα πηγαίναμε για ύπνο το βράδυ. Και να θέλαμε να ξενυχτήσουμε, έπεφτε το σήμα του «Τσοπανάκου» και μετά ο εθνικός ύμνος που σήμαινε ότι έκλεινε το πρόγραμμα, άρα όλοι στα κρεβάτια ακόμα και οι… ξενύχτηδες!

Φαντάζομαι πως την εποχή εκείνη που δεν υπήρχε τόσος συνωστισμός και πολυκοσμία, ενδεχομένως τα μέτρα να μην ήταν τόσο αυστηρά ως προς τις μετακινήσεις. Αλλά εδώ που τα λέμε, τη δεκαετία του ’80, υπήρχαν οι γειτονιές, σε πόλεις και χωριά. Κατέβαινες κάτω στο δρόμο (δεν υπήρχαν τόσα αυτοκίνητα και δεν υπήρχαν και τόσες πολυκατοικίες), πήγαινες στο διπλανό χωράφι ή οικόπεδο κι έπαιζες με τα παιδιά της γειτονιάς. Τι να την έκανες τότε τη μετακίνηση 6;

Βέβαια, νομίζω πως με εμάς θα ήταν πιο δύσκολο στο να πειθαρχήσουμε στους κανόνες υγιεινής. Τα παιδιά μας πειθαρχούν πιο εύκολα σε αυτό. Δηλαδή φανταστείτε εμάς που ήμασταν μικρά αγρίμια και «ούνοι» να πρέπει να πειθαρχήσουμε. Εμείς που ως παιδιά απλά σκουπίζαμε στο λερωμένο παντελόνι ή μπλούζα τα κεράσια ή τα κορόμηλα και τα τρώγαμε.

Τα χέρια μας επίσης τα σκουπίζαμε στα λερωμένα μας ρούχα και τα πλέναμε μόνο το βράδυ μια και καλή, ενώ μπαίναμε σε σειρά και πίναμε νερό από το ίδιο λάστιχο. Ή πόσο δύσκολο θα ήταν για τους γονείς μας να μας πείσουν ότι θα πρέπει να φοράμε μάσκα στο σχολείο ή στο παιχνίδι και να τηρούμε μεταξύ μας αποστάσεις. Ειδικά, τα αγόρια.

Αν πάλι σου άρεσε ένας συμμαθητής σου ή συμμαθήτρια σου – αν δεν ήταν στην ίδια γειτονιά με εσένα – θα ίσχυε το «μάτια που δε βλέπονται». Σήμερα, οι μαμάδες και οι μπαμπάδες από το σχολείο – αν ταιριάζουμε – είναι οι νέοι φίλοι μας. Κάνουμε παρέα, βγαίνουμε βόλτες, διοργανώνουμε εκδρομές. Και δεν εξετάζουμε αν είναι γονείς συμμαθήτριας ή συμμαθητή.

Τότε, ναι μεν παίζαμε όλα τα παιδιά μαζί – αγόρια και κορίτσια – αλλά αυτό ήταν κυρίως σε επίπεδο γειτονιάς που μεγαλώναμε μαζί. Οι γονείς μας δεν έκαναν τόση παρέα με άλλες μαμάδες και μπαμπάδες από το σχολείο, αλλά ακόμα και αν έκαναν, δύσκολα θα ήταν τα παιδιά αντίθετου φύλου. Οπότε, αν δεν ήσουν τυχερή/ος, σε ένα lockdown τη δεκαετία του ’80, εκτός από όλα τα παραπάνω, θα έχανες και το αγόρι/κορίτσι που σου άρεσε!».