Οι συντελεστές της θρυλικής παράστασης «Σκλαβί» μιλούν στο Infokids.gr

της Γεωργίας Οικονόμου

Είναι μία από τις παραστάσεις που χαράχτηκε εκ νέου στην καρδιά μας τη σεζόν που πέρασε. Ο λόγος για το  θρυλικό «Σκλαβί» της Ξένιας Καλογεροπούλου που παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά στο θέατρο ΠΟΡΤΑ. Και λέμε «εκ νέου» γιατί είναι δύσκολο και τις περισσότερες φορές άδικο να έρχεσαι αντιμέτωπος με το παρελθόν σου ως θεατής, πόσο μάλλον ως καλλιτέχνης. Όταν είδα το πρώτο «Σκλαβί» 18 χρόνια πριν είχα μαγευτεί. Και ας μην είχα ακόμη παιδιά. Η παράσταση αποτελούσε την «επιτομή» του παιδικού θεάτρου στο μυαλό μου. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που πήγα με «μικρές» προσδοκίες στο νέο αυτό ξαναδιαβασμα του έργου από τον Θωμά Μοσχόπουλο και τη Σοφία Πάσχου.  Και -ευτυχώς- διαψεύστηκα εντελώς. Η νέα οπτική των σκηνοθετών έδωσε ζωογόνο πνοή στο έργο, ανέδειξε τη βαθιά διαχρονικότητά του μ΄ένα τρόπο πραγματικά μαγικό. Χωρίς πλουμιστά κοστούμια και σκηνικά, χωρίς σκηνικά -υπερπαραγωγή, χωρίς δράκους, μονομαχίες και φανταχτερούς φωτισμούς έπαιξε με τη φαντασία των παιδιών και μέσω ευρηματικών συμβολισμών μίλησε βαθιά στην καρδιά τους. Και τα κέρδισε απόλυτα.

Eίναι πραγματικά τρομερά ενδιαφέροντα τα όσα λένε στο Infokids οι συντελεστές της παράστασης με τους οποίους και μιλήσαμε…

– Έχετε πει πως αισθανόσασταν πως ήταν «ανάγκη» να ξανανεβάσετε το συγκεκριμένο έργο μαζί με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Γιατί;

Ξένια Καλογεροπούλου: Καταρχάς, λαχταρούσα προσωπικά να ξαναδώ το Σκλαβί, που αισθάνομαι ότι είναι ό,τι καλύτερο έχω γράψει για το θέατρο. Υπήρξε ένας σταθμός στη ζωή μου, αλλά ύστερα από απαίτηση του κοινού ξανανέβηκε το Σκλαβί. Τόσο απ’ όσους το είχαν ακουστά, όσο κι απ’ όσους ήθελαν να το ξαναδούν. Στα 18 χρόνια, όμως, που πέρασαν, ο Θωμάς δεν έχει αποκτήσει μόνο μεγαλύτερη πείρα ως σκηνοθέτης, αλλά και μια πιο εξελιγμένη ματιά πάνω στο θέατρο όπως το θέλουμε σήμερα. Σ’ αυτό να προσθέσω ότι η δυνατότητα να συνεργαστεί με μια μάγισσα σαν τη Σοφία Πάσχου, ήταν εγγύηση για το αποτέλεσμα, που πρέπει να πω ότι ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες μου. Είναι μεγάλη ευτυχία για μένα να βλέπω και να ξαναβλέπω αυτή την παράσταση.

– Τι συναισθήματα σας γεννά σήμερα το Σκλαβί;

Θωμάς Μοσχόπουλος: Το γεγονός ότι το Σκλαβί ως έργο και ως παράσταση περνά από φάσεις, το ξανακοιτάζουμε κάθε τόσο, δηλαδή φέτος είναι ένα ξανακοίταγμα της παράστασης με νέους συντελεστές και πέρσι ένα ξανακοίταγμα της παλιάς παράστασης, εκ βάθρων πια. Βάζοντας και ως συν-σκηνοθέτη τη Σοφία Πάσχου, εμένα μου δίνει μια αίσθηση ταυτόχρονης σταθερότητας, σχέσης και σύνδεσης με το παρελθόν μαζί με ανανέωση, που είναι πολύ ανακουφιστικό  και κατευναστικό σε σχέση με τα άγχη που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που ασχολείται με το θέατρο, δηλαδή με το εφήμερο. Ξαναγυρίζω στη ρίζα μου και επανανανεώνομαι μέσα απ’ την τροφοδότηση με αυτό, μπολιάζοντας με καινούριες προσλαμβάνουσες, με καινούρια οπτική για τα πράγματα. Οπότε, είναι μια αίσθηση μεγάλης πληρότητας.

– Πώς προέκυψε η συ-σκηνοθεσία; Πόσο δημιουργικός και… δημοκρατικός ήταν ο «διάλογός» σας με τον Θωμά Μοσχόπουλο;

Σοφία Πάσχου: Σαν φυσική συνέχεια της συνεργασίας μας. Η συνεργασία μου με τον Θωμά ήταν εξαιρετικά γόνιμη. Ενώ είμαστε άνθρωποι που προσεγγίζουμε το θέατρο από διαφορετική αφετηρία και με διαφορετική τεχνική, το ζητούμενό μας είναι ακριβώς το ίδιο. Υπήρξε σεβασμός στο τρόπο του άλλου και πραγματικός διάλογος. Είναι ένας σκηνοθέτης που δε φοβάται να συν-σκηνοθετήσει και ν’ αμφισβητήσει και τη δική του οπτική γωνία.

– Ποιο είναι το «Το Σκλαβί»;

Αυγουστίνος Κούμουλος: Το Σκλαβί στο έργο είναι το παιδί της σκλάβας. Βρίσκεται δίπλα σε όλα, αλλά δεν έχει τίποτα. Μόνον λίγα, σημαντικά, εφόδια, όπως αφοσίωση, πίστη και αγάπη. Αξίες για τις οποίες μάχεται με κάθε τρόπο και τις υπερασπίζεται με κάθε τίμημα. Θα λέγαμε, ένας ηθικά ιδανικός ήρωας, που στις μέρες μας δύσκολα συναντάται, αλλά είναι αυτός που θα μας εμπνεύσει και θα μας δώσει δύναμη να πάμε παρακάτω, να σηκώσουμε τα μάτια από τα πλακάκια του πεζοδρομίου και να ατενίσουμε, μαζί του τον ορίζοντα. Είναι πιστός. Σε ανθρώπους, ιδέες και ιδανικά. Και δεν αλλάζει ρότα κάθε φορά που η ζωή τον ταρακουνά. Για την ακρίβεια, δεν αλλάζει ποτέ. Επιμένει κι υπομένει για να αναδυθεί το ιδεατό, το υψηλότερο. Και φυσικά όλα αυτά τα κατακτά, αλλά με κόπο και ιδρώτα, με το σπαθί του.

– Πού αισθάνεστε, τώρα τη δεύτερη χρονιά, αγγίζει το έργο τα σημερινά παιδιά;

Νάνσυ Μπούκλη: Το Σκλαβί αγγίζει τα σημερινά παιδιά κατευθείαν στην καρδιά! Είναι μία παράσταση που ουσιαστικά, με ουσία δηλαδή, εμβαθύνει στο συναίσθημα και στις αισθήσεις μ’ έναν τρόπο ήσυχο, καθαρό και λιτό. Κι αυτό τελικά συγκεντρώνει τα παιδιά και παρακολουθούν, νιώθοντας κάθε φορά όλες τις αποχρώσεις, τις μελωδίες, τα συναισθήματα που προβάλλονται, υπάρχουν και βιώνουν οι ήρωες του έργου. Από την αρχή μέχρι το τέλος, υπάρχει μια συνεχής ροή, που παίρνει μαζί της τους θεατές πριν καλά καλά το καταλάβουν.

– Πώς μπορεί να «παραμυθιάσει» κάποιος το σύγχρονο -βουτηγμένο στην τεχνολογία- παιδί;

Δημήτρης Φουρλής: Aυτό που συμβαίνει με τα παιδιά ελάχιστη διαφορά έχει με μας, τους ενήλικες. Η αλήθεια είναι ότι δεν δεχόμαστε την βαρεμάρα ούτε στιγμή. Έχουμε δημιουργήσει έναν κόσμο τεχνητής διασκέδασης και είμαστε απασχολημένοι όλοι διαρκώς με κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης και με κάποιο παιχνίδι στο τάμπλετ. Έχουμε εκπαιδευτεί να λαμβάνουμε ικανοποίηση τη στιγμή που την θέλουμε χωρίς καμία καθυστέρηση. Μόλις βαρεθούμε ξέρουμε καλά πώς θα καλύψουμε το χρόνο μας. Εδώ η καθημερινή ζωή μοιάζει βαρετή συγκρινόμενη με την εικονική πραγματικότητα, πόσο μάλλον η διαδικασία του να παρακολουθήσει κανείς θέατρο. Ο εγκέφαλός μας είναι συνηθισμένος σε υψηλά επίπεδα διέγερσης και είναι πραγματική πρόκληση τόσο για εμάς όσο και για τα παιδιά να δώσουμε τον χρόνο ακόμα και στο ενδεχόμενο να βαρεθούμε. Βέβαια στο θέατρο, όχι ότι δεν υπάρχουν στιγμές βαρεμάρας, αλλά ερχόμαστε σε επαφή με το ανθρώπινο στοιχείο που δρα μπροστά στα μάτια μας, συμβαίνει ένα ζωντανό αμφίδρομο επικοινωνιακό παιχνίδι μεταξύ ηθοποιών και θεατών που δεν συμβαίνει πουθενά αλλού. Το θέατρο μπορεί να μαγέψει τον θεατή με τα πιο απλά μέσα και αυτό είναι εξαιρετικό από μόνο του. Εξάλλου το θέατρο ξεχωρίζει από τη φύση του, γιατί δεν είναι απλά μία μορφή διασκέδασης. Είναι ανάγκη, βασίζεται στην ανάγκη του ανθρώπου να παρακολουθεί πλάσματα που του μοιάζουν και που καλούνται να διαχειριστούν συναισθήματα και καταστάσεις που συμβαίνουν και στη δική του ζωή.

– Τι θα αποκομίσει το παιδί από την επαφή του αυτή με την παράδοση και την… παράσταση;

Φοίβος Συμεωνίδης: Το «Σκλαβί» είναι ένα υπέροχο παραδοσιακό παραμύθι που διασκευάστηκε με πολλή φροντίδα και αγάπη από την Ξένια Καλογεροπούλου κι έγινε μία σύγχρονη παράσταση που δεν προσπαθεί απλώς να εντυπωσιάσει τους μικρούς θεατές, αλλά να τους κεντρίσει τη φαντασία και να τους συγκινήσει με τα θέματα που έχει στον πυρήνα του και τον τρόπο που τα διαπραγματεύεται. Στα παιδιά αφηγούμαστε, όλη η ομάδα των ηθοποιών, μία ιστορία με μαγικά δέντρα, απομονωμένα βασίλεια και δράκους χωρίς να τα «φορτώνουμε» με οτιδήποτε περιττό, μα χρησιμοποιώντας τα ελάχιστα μέσα που χρειάζονται για να τα κινητοποιήσουμε, να φτιάξουν τις δικές τους εικόνες και να μπλεχτούν και τα ίδια στις περιπέτειες των ηρώων του έργου.

– Ποια θα ξεχώριζες ως την πιο συγκινητική στιγμή της παράστασης μέχρι σήμερα;

Ελένη Βλάχου: Το ίδιο το έργο έχει πολλές στιγμές που προκαλούν συγκίνηση, κυρίως εκείνες όπου οι ήρωες υπερβαίνουν τον εαυτό τους, μετακινούνται ή θυσιάζονται για κάποιον που αγαπούν. Σε μας, όμως, που είμαστε επί σκηνής και ξέρουμε πια τόσο καλά το κείμενο, νομίζω συγκίνηση κυρίως προκαλεί το πώς περνάνε οι στιγμές αυτές στους θεατές μας, στα παιδιά. Όταν κάνουν παρατήρηση στον Βασιλιά επειδή μάλωσε τον γιο του, όταν συμβουλεύουν κάποιον ήρωα του έργου για να τον προστατέψουν, όταν συμπάσχουν με τη δυσκολία του ήρωα με διάφορα υπέροχα σχόλια που φτάνουν στην σκηνή απ’ την πλατεία αλλά και ακόμα -ή ακόμα περισσότερο- όταν σωπαίνουν και παρακολουθούν την ιστορία σαν να τη ζουν στ’αλήθεια, περιμένοντας με αγωνία την επόμενη λέξη, το επόμενο τραγούδι. Αυτά είναι που μας προκαλούν συγκίνηση, αυτά μας κάνουν να βρίσκουμε λόγο για να λέμε ξανά και ξανά αυτήν την ιστορία.

Τι σας συγκινεί ιδιαίτερα στο έργο αυτό;


Παντελής Βασιλόπουλος: Αυτό που με συγκινεί στο Σκλαβί μας είναι το δέσιμο των δύο παιδιών και η δυνατή τους σχέση. Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι, με πολλές περιπέτειες και διακυμάνσεις στη σχέση τους, καταφέρνουν να μείνουν μαζί ως το τέλος. Φροντίζουν ο ένας τον άλλον, έρχονται αντιμέτωποι με το ίδιο τους τον πατέρα και μέσα από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, που σε στιγμές τους φέρνει σε αντιπαράθεση, φτάνουν μέχρι το τέλος μαζί. Βλέπουμε ένα παραμυθένιο ταξίδι, τόπους μακρινούς, φανταστικούς και παράξενους , όμως το ανθρώπινο στοιχείο είναι τόσο έντονο που σου γεννά συνεχώς συναισθήματα. Τα δύο αδέρφια, με τις »πληγές» του ο καθένας, δένονται μέσα από αυτή τη δοκιμασία και μας υπενθυμίζουν τη δύναμη της αγάπης.