Γράφει η Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου, PsyD, MSc, Counselling Psychologist – Psychotherapist / Infertility Counsellor, Head of Counselling services at SYNEIDOS ([email protected])
Οι Πανελλήνιες εξετάσεις έχουν αποκτήσει, διαχρονικά, έναν ιδιαίτερα φορτισμένο ρόλο στην ελληνική κοινωνία. Για πολλούς εφήβους δεν αποτελούν απλώς μια εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά μια περίοδο κατά την οποία νιώθουν πως καλούνται να αποδείξουν την αξία τους, τις δυνατότητές τους και αρκετές φορές, το ίδιο τους το μέλλον. Πίσω όμως από τα προγράμματα και τις επιδόσεις, υπάρχει ένας ψυχικός κόσμος που δοκιμάζεται σιωπηλά.
Στην καθημερινή επαφή που έχουμε, συναντά κανείς συχνά παιδιά που δεν φοβούνται μόνο μήπως «δεν γράψουν καλά». Φοβούνται μήπως απογοητεύσουν, μήπως δεν ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονιών, των καθηγητών, της κοινωνίας ή ακόμη και στις απαιτήσεις που τα ίδια έχουν χτίσει για τον εαυτό τους. Και κάπου εκεί, η αποτυχία παύει να βιώνεται ως μια δύσκολη εμπειρία μέσα τους καθώς μετατρέπεται σε αμφισβήτηση της προσωπικής αξίας.
Όμως ένας άνθρωπος δεν μπορεί — και δεν πρέπει — να ορίζεται από μια εξεταστική επίδοση. Οι Πανελλήνιες είναι ασφαλώς ένας από τους σημαντικούς σταθμούς. Ανοίγουν δρόμους, δημιουργούν ευκαιρίες και σηματοδοτούν ένα πέρασμα προς την ενηλικίωση. Δεν αποτελούν όμως τη μοναδική διαδρομή προς την προσωπική ολοκλήρωση ούτε έναν απόλυτο δείκτη ικανότητας ή μελλοντικής ευτυχίας. Η ψυχική ανθεκτικότητα ενός ανθρώπου δεν διαμορφώνεται από το αν θα πετύχει πάντα, αλλά από το αν θα μπορέσει να συνεχίσει να προχωρά ακόμη και όταν τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως τα είχε φανταστεί. Και αυτό είναι κάτι που συχνά ξεχνάμε μέσα στην πίεση της επίδοσης.
Ο ρόλος της οικογένειας σε αυτή τη φάση είναι καθοριστικός. Το σπίτι μπορεί να γίνει είτε ένας χώρος όπου το άγχος διογκώνεται είτε ένα ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο ο έφηβος νιώθει ότι χωρά ολόκληρος, παρέα με τις αδυναμίες, τους φόβους και τις αμφιβολίες του. Όταν η αποδοχή συνδέεται άμεσα με την επιτυχία, το παιδί βιώνει τον φόβο της αποτυχίας σαν φόβο απώλειας της αγάπης και της αναγνώρισης. Αντίθετα, όταν λαμβάνει το μήνυμα ότι η αξία του δεν εξαρτάται από έναν βαθμό, τότε ενισχύεται ουσιαστικά η αυτοεκτίμηση και η ψυχική του ασφάλεια.
Καθημερινά μιλάμε για στήριξη. Κι αυτό δεν σημαίνει απουσία ορίων ή αδιαφορία για την προσπάθεια. Σημαίνει παρουσία χωρίς υπερβολική πίεση, ενθάρρυνση χωρίς συγκρίσεις και αποδοχή χωρίς όρους. Ένας έφηβος χρειάζεται να γνωρίζει ότι έχει δικαίωμα να κουραστεί, να αγχωθεί, να αμφιβάλλει, ακόμη και να αποτύχει, χωρίς να αισθάνεται ότι αυτό ακυρώνει ολόκληρη την ύπαρξή του.
Ας μην ξεχνάμε ότι η εφηβεία είναι από τη φύση της μια περίοδος αναζήτησης ταυτότητας. Κι όμως, συχνά ζητάμε από παιδιά δεκαεπτά ετών να αποφασίσουν «ποιοι θα γίνουν στη ζωή τους», σαν να πρόκειται για μια οριστική και αμετάκλητη επιλογή. Η πίεση αυτή μπορεί να στερήσει από τον νέο άνθρωπο τον χώρο που χρειάζεται για να ανακαλύψει σταδιακά τον εαυτό του. Σε ένα έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον, πολλοί έφηβοι μαθαίνουν να συνδέουν την αυτοεκτίμησή τους αποκλειστικά με την απόδοση. Αν πετύχουν, νιώθουν αρκετοί. Αν όχι, αισθάνονται ότι μειώνονται ως άνθρωποι. Όμως η προσωπική αξία δεν βαθμολογείται. Δεν αποτυπώνεται σε μόρια, ούτε χωρά σε μια λίστα αποτελεσμάτων.
Το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι ΑΠΛΩΣ η επιτυχία στις Πανελλήνιες εξετάσεις. Είναι να μεγαλώνουμε ανθρώπους που θα μπορούν να αντέχουν τις δυσκολίες χωρίς να χάνουν την πίστη στον εαυτό τους. Ανθρώπους που θα ξέρουν ότι η ζωή δεν εξελίσσεται γραμμικά, ότι οι διαδρομές αλλάζουν και ότι η ευτυχία δεν χτίζεται μόνο πάνω στην επίδοση, αλλά και στην ψυχική ισορροπία, στις σχέσεις, στην αυτογνωσία και στη δυνατότητα να συνεχίζεις να προχωράς, ακόμη κι όταν τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα είχες σχεδιάσει.
Γιατί καμία εξέταση – όποιας μορφής – δεν μπορεί να χωρέσει ολόκληρη την αξία ενός ανθρώπου.
