Η Παγκόσμια Ημέρα Γονιμότητας αποτελεί κάθε χρόνο μια αφορμή για να μιλήσουμε για την αναπαραγωγική υγεία, την υπογονιμότητα και τις δυνατότητες που προσφέρει σήμερα η επιστήμη. Ωστόσο, το 2026 η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στις θεραπείες γονιμότητας. Την ίδια στιγμή που οι ευρωπαϊκές κοινωνίες γερνούν και οι γεννήσεις μειώνονται, εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να αποκτήσουν τον αριθμό παιδιών που πραγματικά επιθυμούν.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πρόκληση είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο συχνά πιστεύουμε.
Ένας στους έξι ανθρώπους θα βρεθεί αντιμέτωπος με την υπογονιμότητα
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), περίπου το 17,5% του παγκόσμιου πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν ένας στους έξι ενήλικες, θα αντιμετωπίσει κάποια στιγμή στη ζωή του πρόβλημα υπογονιμότητας.
Ο ΠΟΥ χαρακτηρίζει την υπογονιμότητα σημαντικό ζήτημα δημόσιας υγείας και επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλες ανισότητες στην πρόσβαση σε διαγνωστικές εξετάσεις και θεραπείες, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εξωσωματική γονιμοποίηση και άλλες μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Η «πραγματική κρίση γονιμότητας» δεν είναι πάντα ιατρική
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα συμπεράσματα της νέας έκθεσης του Ταμείου Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών (UNFPA), με τίτλο «The Real Fertility Crisis».
Η έκθεση αναδεικνύει μια λιγότερο προβεβλημένη διάσταση του προβλήματος: πολλοί άνθρωποι δεν αποκτούν τα παιδιά που επιθυμούν όχι επειδή δεν θέλουν να γίνουν γονείς, αλλά επειδή οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες τούς εμποδίζουν.
Πιο συγκεκριμένα, σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε 14 χώρες, σχεδόν ένας στους πέντε ενήλικες αναπαραγωγικής ηλικίας δήλωσε ότι θεωρεί πιθανό να μην καταφέρει να αποκτήσει τον αριθμό παιδιών που θα ήθελε. Τα σημαντικότερα εμπόδια που αναφέρθηκαν ήταν το υψηλό κόστος ζωής, η στεγαστική ανασφάλεια, η δυσκολία εύρεσης σταθερής εργασίας και η έλλειψη κατάλληλων πολιτικών στήριξης της οικογένειας.
Επιπλέον αυτών, 1 στους 5 δήλωσε ότι φόβοι για το μέλλον, όπως οι κλιματική αλλαγή, η επιβάρυνση της ποιότητας του αέρα, πόλεμοι και πανδημίες, θα τους οδηγούσαν ή τους έχουν ήδη οδηγήσει στο να αποκτήσουν λιγότερα παιδιά απ’ όσα θα επιθυμούσαν.
Οι Ευρωπαίες γίνονται μητέρες όλο και αργότερα
Παράλληλα, τα δημογραφικά δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δείχνουν ότι η ηλικία τεκνοποίησης συνεχίζει να αυξάνεται.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 η μέση ηλικία των γυναικών κατά τη γέννηση του πρώτου παιδιού έφτασε τα 29,9 έτη στην ΕΕ. Στην Ιταλία η αντίστοιχη ηλικία ανέρχεται στα 31,9 έτη, ενώ σε αρκετές χώρες της Νότιας Ευρώπης οι γυναίκες αποκτούν το πρώτο τους παιδί μετά τα 30. Μερικά ενδιαφέροντα αλλά ανησυχητικά στοιχεία:
- Στην Ευρώπη το 2024 γεννήθηκαν δύο φορές λιγότερα παιδιά συγκριτικά με 60 χρόνια πριν.
- Το 2024, τα 29,9 έτη ήταν η μέση ηλικία των γυναικών που γέννηασαν το πρώτο τους παιδί, με την ηλικία αυτή να είναι στα 26,9 έτη στη Βουλγαρία και τα 31,9 στην Ιταλία.
Γενικότερα, οι γυναίκες στην Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να αποκτούν λιγότερα παιδιά σε νεαρότερες ηλικίες και περισσότερα αργότερα στη ζωή τους. Όπως δείχνουν τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, η γονιμότητα μετατοπίζεται πλέον σε ηλικίες άνω των 30 ετών. Ενώ τα ποσοστά γονιμότητας των γυναικών κάτω των 30 ετών στην ΕΕ καταγράφουν πτωτική πορεία από το 2004, τα αντίστοιχα ποσοστά για τις γυναίκες ηλικίας 30 ετών και άνω αυξάνονται σταθερά. Το 2004, η υψηλότερη γονιμότητα παρατηρούνταν στην ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών. Ωστόσο, το 2024, την πρώτη θέση κατέλαβαν οι γυναίκες ηλικίας 30-34 ετών.
Παράλληλα, αυξητική τάση καταγράφεται και στις ηλικίες άνω των 35 ετών, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σταδιακή μετατόπιση της τεκνοποίησης προς μεγαλύτερες ηλικίες σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η τάση αυτή συνδέεται με την παράταση των σπουδών, την επαγγελματική αβεβαιότητα, τις οικονομικές δυσκολίες και τη δυσκολία εξεύρεσης κατοικίας σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις.
Το ζήτημα όμως δεν αφορά μόνο στην ηλικία απόκτησης παιδιών αλλά και τον συνολικό αριθμό γεννήσεων. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, ο δείκτης γονιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχώρησε το 2024 στο 1,34 παιδί ανά γυναίκα, που αποτελεί τη χαμηλότερη καταγεγραμμένη τιμή των τελευταίων δεκαετιών. Την ίδια χρονιά γεννήθηκαν περίπου 3,55 εκατομμύρια παιδιά στην ΕΕ, αριθμός μειωμένος σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Η γονιμότητα ως θέμα δημόσιας πολιτικής και διαλόγου
Η υπογονιμότητα αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική ιατρική πρόκληση. Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν ότι η δημογραφική συρρίκνωση των δυτικών κοινωνιών δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από βιολογικούς παράγοντες.
Ο ΠΟΥ ζητά ευρύτερη πρόσβαση στις υπηρεσίες γονιμότητας, ενώ το UNFPA υπογραμμίζει ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να δημιουργήσουν συνθήκες που θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να αποκτούν τα παιδιά που πραγματικά επιθυμούν, όταν οι ίδιοι το επιλέγουν.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη γερνά με ταχείς ρυθμούς και οι γεννήσεις μειώνονται σχεδόν σε όλες τις χώρες, η συζήτηση για τη γονιμότητα δεν αφορά μόνο στην ιατρική. Αφορά στην οικονομία, την εργασία, τη στέγαση, την ισότητα των φύλων και τελικά το μέλλον των ίδιων των κοινωνιών μας.
