Παιδικότητα χωρίς άλλα παιδιά: Μια γενιά που μεγαλώνει σε καραντίνα

Γράφει ο Matt Richtel, για τους New York Times

Η 2 ετών Alice McGraw περπατούσε με τους γονείς της στη λίμνη Tahoe το καλοκαίρι που μας πέρασε, όταν εμφανίστηκε μια άλλη οικογένεια, κατευθυνόμενη προς το μέρος τους. Το μικρό κορίτσι σταμάτησε.

«Ωχ», είπε και έδειξε: «Άνθρωποι».

Έχει μάθει, σύμφωνα με τη μητέρα της, να διατηρεί την κατάλληλη κοινωνική απόσταση για να αποφεύγει τον κίνδυνο μόλυνσης από τον κορωνοϊό. Με αυτόν και με άλλους τρόπους, αποτελεί μέρος μιας γενιάς που ζει σε έναν νέο τύπο «γυάλας» -έναν που δεν περιλαμβάνει άλλα παιδιά. Ο λόγος για τα μικρά παιδιά του Covid-19.

Πάνε οι μέρες που η Alice και η συνομήλικοί της συναντιόντουσαν σε σπίτια για παιχνίδι. Που συμμετείχαν σε ομάδες μουσικοθεατρικού παιχνιδιού, που πήγαιναν σε πάρτι γενεθλίων ή που απλά απολάμβαναν ο ένας την παρέα του άλλου στην παιδική χαρά, παίζοντας αμίλητα στο χώμα ή κάνοντας κούνια δίπλα-δίπλα. Δεν ήταν λίγες οι οικογένειες που τον περασμένο Σεπτέμβριο αποφάσισαν να μη γράψουν το παιδί ακόμα στον παιδικό σταθμό.

Με εν όψει των επόμενων μηνών χειμερινής απομόνωσης που έχουμε μπροστά μας, οι γονείς ανησυχούν όλο και περισσότερο για τις αναπτυξιακές επιπτώσεις της συνεχιζόμενης κοινωνικής στέρησης στα πολύ μικρά παιδιά τους.

«Οι άνθρωποι προσπαθούν να σταθμίσουν τα υπέρ και τα κατά του τι είναι χειρότερο: Το να θέσουν το παιδί στον κίνδυνο του Covid ή στον κίνδυνο σοβαρών κοινωνικών αδυναμιών», λέει η Suzanne Gendelman, της οποίας η κόρη, Mila, είναι 13 μηνών και προ-πανδημίας ήταν η σταθερή παρέα για παιχνίδι της Alice McGraw.

«Η κόρη μου βλέπει πιο πολλές γάτες στον δρόμο από ό, τι άλλα παιδιά», λέει η κα Gendelman.

Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να δημοσιευτεί κάποια έρευνα σχετικά με τις επιπτώσεις του lockdown στα πολύ μικρά παιδιά, αλλά οι ειδικοί στην παιδική ανάπτυξη λένε, ότι τα περισσότερα παιδιά πιθανότατα θα είναι εντάξει, επειδή οι πιο σημαντικές σχέσεις τους σε αυτήν την ηλικία είναι με τους γονείς τους.

Ωστόσο, ένας αυξανόμενος αριθμός μελετών επισημαίνει την αξία της κοινωνικής αλληλεπίδρασης στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Αυτές δείχνουν ότι οι νευρώνες που επηρεάζουν την ανάπτυξη της γλώσσας και την ευρύτερη γνωστική ικανότητα χτίζονται μέσω της λεκτικής και φυσικής δοσοληψίας – από το μοίρασμα μιας μπάλας έως την ανταλλαγή ήχων και απλών φράσεων.

Αυτές οι αλληλεπιδράσεις είναι που δημιουργούν «δομή και συνδεσιμότητα στον εγκέφαλο», δηλώνει η Kathryn Hirsh-Pasek, διευθύντρια του εργαστηρίου βρεφικής γλώσσας στο Temple University και ανώτερος συνεργάτης του Brookings Institution. “Φαίνεται να αποτελούν τροφή του εγκεφάλου.”

Στα βρέφη και τα νήπια, αυτές οι βασικές αλληλεπιδράσεις είναι γνωστές ως “εξυπηρέτηση και επιστροφή” και βασίζονται στην απρόσκοπτη ανταλλαγή ήχων ή απλών λέξεων.

Η Δρ. Hirsh-Pasek και άλλοι λένε ότι η τεχνολογία προσφέρει τόσο ευκαιρίες όσο και κινδύνους κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Αφενός, επιτρέπει στα παιδιά να συμμετέχουν σε εικονικά παιχνίδια μέσω Zoom ή FaceTime με τους παππούδες και τους φίλους τους. Αφετέρου, όμως, μπορεί να αποσπάσει την προσοχή των γονιών που επικεντρώνονται συνεχώς στα τηλέφωνά τους, σε σημείο που η συσκευή διακόπτει την αμεσότητα και την αποτελεσματικότητα της άμεσης επικοινωνίας.

Ο Τζον Χάγκεν, ομότιμος καθηγητής ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, δήλωσε ότι θα ανησυχούσε περισσότερο για την επίδραση των lockdown στα μικρά παιδιά «αν αυτά διαρκούσαν χρόνια και όχι μήνες».

«Απλώς πιστεύω ότι δεν έχουμε να κάνουμε με καταστάσεις που προκαλούν μόνιμες ή μακροπρόθεσμες δυσκολίες», είπε.

Η Δρ Hirsh-Pasek χαρακτήρισε το τρέχον περιβάλλον ως ένα είδος «κοινωνικού τυφώνα» με δύο μεγάλους κινδύνους: Τα βρέφη και τα μικρά παιδιά δεν μπορούν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και, ταυτόχρονα, λαμβάνουν μηνύματα από τους γονείς τους ότι οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να είναι επικίνδυνοι.

«Δεν είναι δυνατόν να αποφεύγουμε τα άλλα μικρά παιδιά που περπατούν στον δρόμο», είπε.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του 14μηνών Casher O’Connor, ο οποίος πρόσφατα μετακόμισε με την οικογένειά του στο Portland, από το San Francisco. Λίγο πριν τη μετακόμιση, περπατούσε με τη μαμά του στο πεζοδρόμιο, όταν δίπλα του πέρασε ένα άλλο μικρό παιδάκι. «Ο Casher πήγε προς εκείνο και τότε η μαμά του έβαλε το χέρι της και σταμάτησε τον Casher, ώστε να μην πλησιάσει άλλο», λέει η μαμά του Elliott.

«Καταλαβαίνω», προσθέτει, «όμως δεν παύει να μου ραγίζει την καρδιά.»

Προσθέτει πόσο μεγάλη είναι η χαρά του όταν βλέπει άλλα παιδάκια και πόσο θλιβερό είναι να βλέπει το παιδί της να παίζει μόνο του στο πεζοδρόμιο. «Τι επιπτώσεις θα έχει άραγε αυτό για τα παιδιά μας;», αναρωτιέται η νέα μαμά.

Η δημιουργία μικρών ομάδων, αποτελούμενων από δύο ή τρεις οικογένειες που συναντιούνται σε κλειστά «bubbles» για να παίξουν τα παιδιά, χωρίς δηλαδή να έρχονται σε επαφή με άλλα άτομα, είχε βοηθήσει να καταλαγιάσει κάπως αυτή η αγωνία των γονιών. Όμως κατά την περίοδο του αυστηρού lockdown, ακόμα και αυτές οι συναντήσεις απαγορεύονται. Εξάλλου, ακόμα κι αυτές οι κλειστές ομάδες, έχουν νόημα μόνο αν όλοι οι γονείς συμφωνήσουν, ότι δεν θα συναντιούνται με άλλους. Κάτι που για πολλές οικογένειες είναι αδύνατον, συνεπώς επιλέγουν πιο μοναχικό δρόμο.

Οι γονείς του 15 μηνών Rhys, για παράδειγμα, ζουν δίπλα στη γιαγιά του μικρούλη, η οποία είναι 80 ετών, και τη φροντίζουν. Έτσι, ο Rhys δεν έχει έρθει σε επαφή με ΚΑΝΕΝΑ άλλο παιδάκι, από την αρχή της πανδημίας. «Πηγαίνουμε στην παιδική χαρά, κάνει κούνια, διασκεδάζει, του αρέσει να είναι έξω και δείχνει τα άλλα παιδάκια με το δάχτυλο, από μακριά. Χωρίς όμως να τον αφήνω να τα πλησιάσει», εξηγεί η μαμά του. Τελευταία χαιρετάει είκονες παιδιών που βλέπει στην τηλεόραση.

Οι ειδικοί παιδο-αναπτυξιολόγοι λένε, ότι θα ήταν χρήσιμο να αρχίσουμε να διερευνάμε τις επιπτώσεις αυτής της απομόνωσης. Ένα μακρινό προηγούμενο που έχουμε είναι μελέτη που δημοσιεύτηκε το 1974, η οποία μελέτησε παιδιά κατά την διάρκεια μιας άλλης ιστορικής κρίσης που συγκλόνισε τον κόσμο, της Μεγάλης Ύφεσης του 1929. Τα συμπεράσματά της είναι ελπιδοφόρα.

«Σε απροσδόκητο βαθμό, η μελέτη των παιδιών της Μεγάλης Ύφεσης ακολούθησε μια πορεία ανθεκτικότητας στα μεσαία χρόνια της ζωής», γράφει ο Glen Elder, συγγραφέας αυτής της έρευνας.

Η Brenda Volling, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και ειδική στην κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη, υπογράμμισε ότι τα παιδιά της εποχής της Ύφεσης που τα πήγαν καλύτερα προέρχονταν από οικογένειες που ξεπέρασαν την οικονομική κατάρρευση πιο γρήγορα και, ως εκ τούτου, ήταν λιγότερο εχθρικά, θυμωμένα και θλιμμένα.

Αυτό, λοιπόν, που αντιλαμβανόμαστε ότι χρειάζονται τώρα τα βρέφη, τα νήπια και τα άλλα παιδιά που μεγαλώνουν στην εποχή του Covid είναι μια σταθερή, φροντιστική και στοργική αλληλεπίδραση με τους γονείς τους, εξηγεί η Δρ Volling.

«Στα παιδιά αυτά δεν λείπει η κοινωνική αλληλεπίδραση», λέει η ίδια, σημειώνοντας, ότι λαμβάνουν την πιο σημαντική αλληλεπίδραση με τους γονείς τους.

Η επιπλοκή μπορεί να έχει να κάνει από το πώς η απομόνωση που νιώθουν οι γονείς τούς κάνει να είναι λιγότερο συνδεδεμένοι με τα παιδιά τους.

«Προσπαθούν να διαχειριστούν δουλειά και οικογένεια στο ίδιο περιβάλλον», λέει η Volling. Τα προβλήματα γίνονται βουνό, προσθέτει, όταν οι γονείς καταλήγουν να είναι «εχθρικοί ή μελαγχολικοί και δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στα παιδιά τους, και εκνευρίζονται εύκολα και ξεσπούν.»

«Και αυτό είναι πολύ χειρότερο από το να χάσει ένα παιδί για ένα διάστημα το παιχνίδι με τους φίλους του.»