Το 96% των μαθητών στοιβάζεται σε τάξεις με περισσότερους από 17 μαθητές – Πού θα μπορούσαν να βρεθούν αίθουσες

Η φετινή σχολική χρονιά που διανύουμε είναι πρωτόγνωρη καθώς η χώρα μας όπως και πολλά κράτη παγκοσμίως εξακολουθούν να βρίσκονται στη δίνη της πανδημίας του κορωνοϊού. 

Ένα από τα αμφιλεγόμενα ζητήματα που μονοπωλούν τις συζητήσεις των γονέων αναφορικά με την λειτουργία των σχολείων είναι ο αριθμός μαθητών ανά τάξη. Ενώ την προηγούμενη σχολική χρονιά, οι μαθητές μετά το lockdown επέστρεψαν σε τμήματα των 15 μαθητών και επιλέχθηκε η εκ περιτροπής διδασκαλία, φέτος επιλέχθηκε η λύση οι μαθητές να παρακολουθούν μαθήματα σε πλήρη σύνθεση της τάξης με πολλές εξ αυτών να απαρτίζονται από 22 έως και 27 μαθητές.

Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί κάνουν λόγο για συνωστισμό και εκμηδένιση των αποστάσεων την ίδια στιγμή που η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας υποστηρίζει ότι στα σχολεία δεν τίθεται ζήτημα διασποράς του ιού, η χρήση μάσκας είναι το αποτελεσματικότερο μέτρο προστασίας και όπως χαρακτηριστικά είπε η υπουργός Παιδείας, Νίκη Κεραμέως,  “Η απόσταση τηρείται διαφορετικά στους ενήλικες και διαφορετικά στα παιδιά. Αν βάλεις 10 παιδιά Δημοτικού σε μία τάξη, όποιες και να είναι οι αποστάσεις, η φυσική τους τάση θα είναι να έρθουν κοντά.».

ΟΛΜΕ: Το αίτημα για 15 μαθητές ανά τάξη εν μέσω πανδημίας είναι εφικτό

Η ΟΛΜΕ από την αρχή της χρονιάς είχε αιτηθεί στο Υπουργείο να αλλάξει ο αριθμός μαθητών ανά τάξη και τεθεί ως ανώτατο όριο οι 15 μαθητές. Εντούτοις το αίτημά των εκπαιδευτικών έπεσε στο κενό και τότε το Kέντρο Μελετών και Τεκμηρίωσης της ΟΛΜΕ (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ) ανέλαβε να εκπονήσει μελέτη για το αν και κατά πόσο η λειτουργία των σχολείων με 15 μαθητές ανά τμήμα είναι ρεαλιστική και εφαρμόσιμη.

Μέσω αυτής επιχειρείται η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ανάγκη μείωσης του αριθμού μαθητών ανά τμήμα σύμφωνα με τις οδηγίες που έχουν δοθεί από τους υγειονομικούς φορείς και επιστήμονες υγείας στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς.

Όπως σημειώνεται στην έρευνα συνυπολογίστηκαν οι επιπτώσεις της αναστολής λειτουργίας των σχολείων στα παιδιά, τα οποία, κατά τις εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, όπως η UNICEF, είναι τα «κρυμμένα θύματα της πανδημίας».

Η ικανοποίηση του αιτήματος της ΟΛΜΕ για μείωση του αριθμού των παιδιών μέσα στις αίθουσες σε 15 μαθητές κατ’ ανώτατο όριο, μπορεί να περιορίσει σημαντικά (κατά 50%, σύμφωνα με έρευνα του Τμήματος Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΑΠΘ) τους δείκτες μετάδοσης του ιού, τόσο στη σχολική κοινότητα, όσο και στην ευρύτερη τοπική κοινότητα, μειώνοντας τις πιθανότητες να εμφανιστεί πάλι η ανάγκη αναστολής της λειτουργίας των σχολικών μονάδων.

Το κλείσιμο των σχολείων σε καμία περίπτωση δεν είναι προς όφελος των μαθητών

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις η αναστολή της δια ζώσης εκπαιδευτικής διαδικασίας και της καθημερινής παρουσίας των παιδιών στο σχολείο, και η εκτεταμένη χρήση της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης έχει σοβαρές εκπαιδευτικές, ψυχοκοινωνικές και βιοτικές συνέπειες, καθώς:

• οξύνει τους αποκλεισμούς από την εκπαιδευτική διαδικασία των παιδιών που προέρχονται από τις ευάλωτες κυρίως κοινωνικές ομάδες (απουσία τεχνολογικού εξοπλισμού),

• δεν μπορεί να υποκαταστήσει σε καμία περίπτωση τη δια ζώσης διδασκαλία, καθώς αμβλύνει την ικανότητα συγκέντρωσης σε παιδιά και εφήβους με δραματικές συνέπειες στα παιδιά με ιδιαίτερες μαθησιακές ανάγκες και υστερεί στη δημιουργία ευεργετικού παιδαγωγικού κλίματος,

• παρεμποδίζει την ομαλή ψυχολογική εξέλιξη και την κοινωνική ωρίμανση του παιδιού λόγω της απουσίας του σχετίζεσθαι με τις ομάδες συνομήλικων, της συνεργασίας, του παιχνιδιού, της συντροφιάς, της σωματικής επαφής,

• για κάποιες ομάδες μαθητών/τριών που ανήκουν στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα συνεπάγεται τη μη πρόσβαση σε τροφή, αλλά και την απώλεια των ωφελειών που προσφέρει το περιβάλλον του σχολείου

Περισσότεροι από 9 στους 10 μαθητές συνωστίζονται σε πολυπληθή ή υπερμεγέθη τμήματα

Τα πρώτα στοιχεία της έρευνας του ΚΕΜΕΤΕ, συνάγονται με βάση τις απαντήσεις που αφορούν ποσοστό 19% επί του συνόλου του μαθητικού δυναμικού σε όλη την Ελλάδα και 25% επί του συνόλου του μαθητικού δυναμικού στην Αττική.

Η πραγματική εικόνα της κατάστασης της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης δεν απεικονίζεται από τον μ.ό. των 17 μαθητών, αλλά από τη διάμεσο (αυτή που είναι μεγαλύτερη ή ίση από το 50% των παρατηρήσεων και μικρότερη ή ίση από το υπόλοιπο 50%) που είναι 22 μαθητές.

Τα πρώτα αποτελέσματα μας δείχνουν ότι πάνω από 9 στους 10 μαθητές συνωστίζονται σε πολυπληθή ή υπερμεγέθη τμήματα όπου είναι αδύνατον να τηρηθούν οι απαραίτητες αποστάσεις μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών.

Συγκεκριμένα:

• 34% των μαθητών πανελλαδικά φοιτούν σε τμήματα των 16-21 μαθητών
• στην Αττική το αντίστοιχο ποσοστό είναι 32%
• 63% των μαθητών πανελλαδικά φοιτούν σε τμήματα των 22-27 μαθητών
• στην Αττική το ποσοστό ανεβαίνει στο 67%
• μάλιστα 23% των μαθητών πανελλαδικά (το ¼ του μαθητικού δυναμικού) φοιτούν σε τμήματα των 25-27 μαθητών.
• στην Αττική το αντίστοιχο ποσοστό είναι 22%.

Το 96% των μαθητών πανελλαδικά φοιτούν σε τμήματα με πάνω από 17 μαθητές, ενώ στην Αττική το αντίστοιχο ποσοστό είναι 99%

Πολύ μακριά από την πραγματικότητα, επίσης, είναι και το στοιχείο που δόθηκε στη δημοσιότητα με δηλώσεις υψηλόβαθμων στελεχών του Υπουργείου Παιδείας ότι η μείωση του ανώτατου αριθμού μαθητών ανά τμήμα θα είχε ημερήσιο κόστος 10.000.000€, αφού με βάση τα ως τώρα στοιχεία της έρευνάς μας, το κόστος αυτό φαίνεται να είναι πολύ μικρότερο. Συγκεκριμένα, κυμαίνεται μεταξύ 700.000 με 800.000€ , ποσό που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα από το ποσό των 10.000.000€. Μάλιστα, το ετήσιο κόστος που προκύπτει αναλογικά, δεν ξεπερνά τα 220.000.000€ για πλήρη λειτουργία των σχολείων (Σεπτέμβριος έως και Ιούνιος).

Πού θα μπορούσαν να βρεθούν αίθουσες ώστε να “σπάσουν” τα τμήματα ανά 15 μαθητές

• Σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ευρώπης, το ΥΠΑΙΘ δεν έκανε καμία ενέργεια πριν την έναρξη της θερινής περιόδου στην κατεύθυνση της εξεύρεσης χώρων για την τήρηση των απαραίτητων αποστάσεων με αναλυτική χαρτογράφηση όλων των κενών χώρων εντός και εκτός σχολείων (μη λειτουργούντα σχολικά κτίρια, δημοτικοί χώροι πολιτισμού, βιβλιοθήκες κ.λ.π.)

• Με βάση τα στοιχεία που έχει ως τώρα το ΚΕΜΕΤΕ στη διάθεση του (στο σύντομο χρονικό διάστημα του ενός μηνός) σχετικά με τις ήδη υπάρχουσες ελεύθερες αίθουσες εντός των σχολικών μονάδων, ο αριθμός των μαθητών που φοιτούν σε πολυπληθή τμήματα (27 μαθητών) θα μπορούσε να μειωθεί άμεσα ως και 63%, ανάλογα με το μέγεθος των τμημάτων

• Η συνολική ένταση του προβλήματος θα μπορούσε να μειωθεί κατά 41% και μόνο με την έγκαιρη αξιοποίηση κενών αιθουσών που υπάρχουν στα λειτουργούντα σχολεία.

• Μία άλλη σίγουρη πηγή κενών αιθουσών είναι τα σχολεία που έκλεισαν την προηγούμενη δεκαετία. Ο αριθμός τους ξεπερνά τα 2.000. Η Ιταλία με μαθητικό πληθυσμό εξαπλάσιο του ελληνικού, είχε ανακοινώσει 3.000 νέα σχολεία. Η Ελλάδα θα μπορούσε να καλύψει μέρος των κτηριακών αναγκών της μέσα από αυτήν την πηγή, αρκεί να υπάρξει χαρτογράφηση των αναγκών και των διαθέσιμων τέτοιου είδους χώρων κατά περιοχή και εφόσον οι χώροι αυτοί διαμορφωθούν κατάλληλα, ώστε να πληρούν προϋποθέσεις εκπαιδευτικές, υγειονομικές και κτηριακής ασφάλειας. Ανάλογα και με τις ίδιες προϋποθέσεις μπορούν χρησιμοποιηθούν και άλλα δημόσια κτήρια, όπως χώροι πολιτισμού, μουσεία, πολιτιστικά κέντρα βιβλιοθήκες κ.λπ., που διαθέτουν πάρα πολλοί δήμοι σε όλη την Ελλάδα (σύμφωνα και με τις προτάσεις του Εργαστηρίου Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΑΠΘ).