Γράφει η Ιωάννα Θεοδωρακοπούλου, PsyD, MSc, Counselling Psychologist – Psychotherapist / Infertility Counsellor, Head of Counselling services at SYNEIDOS ([email protected])
Υπάρχουν παιδιά που δεν γκρινιάζουν, δεν διεκδικούν, δεν θυμώνουν. Είναι ευγενικά, συνεργάσιμα…τα λεγόμενα «καλά» παιδιά. Οι δάσκαλοι τα αγαπούν, οι συγγενείς τα επαινούν, οι γονείς τα παρουσιάζουν με περηφάνια: «Δεν μου ζητά ποτέ τίποτα».
Και όμως, πίσω από αυτή την “ηρεμία” μπορεί να κρύβεται ένα παιδί που έμαθε να μην έχει ανάγκες. Όμως η υπερπροσαρμοστικότητα δεν είναι φυσική ιδιότητα αλλά στρατηγική επιβίωσης.
Πολλά παιδιά μαθαίνουν από πολύ νωρίς ότι οι ανάγκες τους δεν είναι καλοδεχούμενες — ότι αν ζητήσουν, θα απογοητεύσουν, θα προκαλέσουν ένταση ή θα «βαρύνουν» τους μεγάλους γύρω τους. Έτσι, επιλέγουν την οδό της σιωπής. Αυτοί η οδός δίνει μαθήματα στην πρόβλεψη, στη φροντίδα, στην αποφυγή συγκρούσεων, στην ρύθμιση των συναισθημάτων μόνα τους. Και έτσι εδραιώνεται ο αποφευκτικός τύπος προσκόλλησης. Το παιδί φαίνεται ήρεμο, αυτάρκες, ανεξάρτητο, αλλά μέσα του βιώνει απόσταση και ανασφάλεια. Δεν εμπιστεύεται τους άλλους για τη φροντίδα του, γι’ αυτό προσπαθεί να μη χρειάζεται τίποτα.
Είναι αυτό το «καλό παιδί» που κουβαλάει σιωπή. Το παιδί που δεν ζητά τίποτα, είναι πολύ προσεκτικό. Θα σε κοιτάξει για να δει τη διάθεσή σου πριν σου μιλήσει. Θα σου πει “εντάξει, δεν πειράζει” όταν κάτι το πονέσει. Θα χαμογελάσει για να μην σε φέρει σε δύσκολη θέση. Όμως αυτό το παιδί δεν είναι εύκολο. Αλλά υπερ-ρυθμισμένο. Κουβαλάει το βάρος της ισορροπίας των γύρω του, κάτι που δεν θα έπρεπε να είναι δική του ευθύνη.
Πολλές φορές, αυτά τα παιδιά μεγαλώνοντας δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τι νιώθουν, τι θέλουν, τι δικαιούνται. Γϊνονται ενήλικες που δεν ζητούν βοήθεια, που “διαβάζουν” τους άλλους καλύτερα απ’ ό,τι διαβάζουν τον εαυτό τους, που φοβούνται μήπως ενοχλούν, μήπως κουράζουν, μήπως γίνονται βάρος και γενικά μήπως είναι «πολύ».
Και θα αναρωτηθείτε….πως γεννιέται η υπερπροσαρμοστικότητα :
Δεν χρειάζεται να υπάρχει “κακή” γονεϊκή συμπεριφορά για να γεννηθεί αυτό το μοτίβο. Μερικές φορές η υπερπροσαρμοστικότητα είναι απλώς απάντηση σε περιβάλλον όπου οι γονείς είναι στρεσαρισμένοι, απορροφημένοι ή συναισθηματικά μη διαθέσιμοι. Το παιδί διαισθάνεται λόγω βιώματος, «αν δείξω τις ανάγκες μου, θα κουράσω», «αν μείνω ήσυχος, θα με αγαπούν». Και κάτι τέτοιος πεποιθήσεις γίνονται εσωτερικά “σενάρια” που το παιδί κουβαλάει — και συχνά συνεχίζει να τα ζει στην ενήλικη ζωή του.
Τί χρειάζονται αυτά τα παιδιά ;
Το “καλό παιδί” χρειάζεται άδεια για να υπάρξει- να θυμώσει, να ζητήσει, να απογοητεύσει χωρίς να φοβηθεί ότι θα χάσει την αγάπη. Δεν χρειάζεται περισσότερη πειθαρχία ή καθοδήγηση. Θα βοηθήσει πρακτικά να το ρωτάμε συχνά «πως ένοιωσες για αυτό;». Να αντέχουμε να ακούσουμε ένα «όχι» χωρίς να το πάρουμε προσωπικά. Να του δείξουμε ότι βλέπουμε και τη σιωπή, όχι μόνο την συμπεριφορά.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η φράση “δεν μου ζητά τίποτα” χρειάζεται να αντικατασταθεί με μια πιο συνειδητή: «Μήπως δεν νιώθει ότι μπορεί να μου ζητήσει;»
Ο στόχος δεν είναι να πιέσουμε το παιδί μας να γίνει πιο «εκφραστικό», αλλά να δημιουργήσουμε ασφάλεια ώστε να εκφράσει ό,τι ήδη έχει μέσα του. Κι αυτό γίνεται με πρόσκληση για επικοινωνία και όχι με απαίτηση. Με τη δική μας σταθερή θέση όταν το παιδί εκφράζει δύσκολα συναισθήματα. Με συνέπεια από μέρους μας – να τηρούμε τις υποσχέσεις, γιατί έτσι μαθαίνει ότι οι λέξεις έχουν βαρύτητα. Και φυσικά με το να δίνουμε χώρο στα «θέλω» του χωρίς να προτρέχουμε ή να το διορθώνουμε αμέσως.
Όταν ένα παιδί νιώσει ότι μπορεί να πει «δεν μου άρεσε», «φοβήθηκα», «θέλω κάτι άλλο» — και ο γονιός αντέξει να το ακούσει — τότε αρχίζει η θεραπεία της υπερπροσαρμοστικότητας.
Πολλοί από εμάς τους ενήλικες, ήμασταν κάποτε αυτά τα παιδιά. Οι «καλοί μαθητές», τα «δυνατά παιδιά», εκείνοι που δεν ήθελαν να ενοχλούν. Αν νιώθουμε ότι σήμερα δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε ανάγκες, να πούμε «όχι», να ζητήσουμε φροντίδα, δεν σημαίνει ότι είμαστε ελαττωματικοί. Αλλά ότι μάθαμε πολύ νωρίς να επιβιώνουμε με λίγη αγάπη και πολύ έλεγχο. Η θεραπεία ξεκινά όταν δώσουμε στον εαυτό μας αυτό που δεν μπορούσαμε να ζητήσουμε τότε. Δηλαδή το δικαίωμα να έχουμε ανάγκες.
