Υπάρχει ένας μόνο τρόπος να πείσουμε το παιδί μας να διαβάσει για το σχολείο

Δεν είναι όλα τα παιδιά αυτό που αποκαλούμε “διαβαστεροί” μαθητές, γεγονός που προβληματίζει, ενίοτε και στεναχωρεί τους γονείς. Για να δούμε όμως μήπως υπάρχει κάποιο μυστικό, ικανό να ανατρέψει αυτή την κατάσταση;

Πέρα από όλες τις αγωνίες που φέρνει η έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς στους γονείς, οι οποίες φέτος έχουν να κάνουν σε μεγάλο βαθμό με τις υγειονομικές συνθήκες που θα επικρατήσουν στα σχολεία και κατά πόσο αυτές θα κρατήσουν τα παιδιά ασφαλή από την μετάδοση του Covid-19, υπάρχει μια, διαχρονική, που απασχολεί μεγάλο μέρος αυτών -ειδικά όσους έχουν παιδιά στην εφηβεία: Πώς θα πείσω το παιδί μου να διαβάζει τα μαθήματά του;

Το κάθε παιδί είναι διαφορετικό και εξίσου διαφορετικός είναι ο τρόπος που μαθαίνει και που ανταποκρίνεται στις σχολικές απαιτήσεις. Όσο, όμως, κι αν το κατανοούμε αυτό, δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε την άρνηση ορισμένων παιδιών να “στρωθούν”, καθώς γνωρίζουμε πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να προοδεύσουν ακαδημαϊκά και να διεκδικήσουν, όταν έρθει αυτή η ώρα, μία θέση σε κάποια Ανώτερη ή Ανώτατη Σχολή.

Το ιδανικό θα ήταν, οι μαθητές να επιστρέφουν καθημερινά από το σχολείο πλήρως διαβασμένοι, έχοντας λάβει όλες τις απαραίτητες γνώσεις και χωρίς να χρειάζεται να αφιερώνουν χρόνο κάθε απόγευμα για να επαναλάβουν όσα έμαθαν. Καλώς ή κακώς, όμως, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα απέχει μακράν από το ιδανικό, με αποτέλεσμα οι γονείς να χρειάζεται να πιέζουν πολλές φορές τα παιδιά, ώστε να ανταποκριθούν σε αυτά που ο εκπαιδευτικός έχει ζητήσει. Αρκετά συχνά, μάλιστα, η πίεση αυτή ασκείται με λάθος τρόπο, με φωνές και απειλές, με αποτέλεσμα τα πράγματα να γίνονται χειρότερα και η άρνηση του παιδιού μεγαλύτερη.

Ένα παιδί που αναγκάζεται να διαβάσει “με το ζόρι” είναι απίθανο να διαβάσει αποδοτικά και να αναπτύξει κριτική ικανότητα που θα το βοηθήσει αργότερα να αριστεύσει στις εξετάσεις του. Πώς, λοιπόν, θα καταφέρουν οι γονείς να “ξυπνήσουν” το ενδιαφέρον του παιδιού για το διάβασμα και πώς θα το πείσουν για τη χρησιμότητά του στη ζωή του;

“Γιατί διαβάζω;”

Πέρα από τα πρακτικά μέτρα που πρέπει να λάβει ο γονιός, προκειμένου το παιδί να έχει τη δυνατότητα να διαβάσει: Το να μη φορτώνει, δηλαδή, το πρόγραμμά του με ατελείωτες απογευματινές δραστηριότητες, το να φροντίζει το δωμάτιο και το γραφείο του παιδιού να παρέχουν τις κατάλληλες συνθήκες για διάβασμα, αλλά και να προσπαθεί να επικρατούν συνθήκες ηρεμίας και γαλήνης στο σπίτι, υπάρχει και ένα σημαντικό ψυχολογικό κίνητρο που θα παίξει τον κομβικότερο ρόλο.

Αυτό μας το αποκαλύπτει σε συνέντευξή του ο σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού κ. Σπύρος Μιχαλούλης: “Χρειάζεται να δημιουργήσουν οι γονείς τα κατάλληλα ερεθίσματα, ώστε να ξέρουν τα παιδιά ΓΙΑΤΙ διαβάζουν.” Πώς θα το καταφέρουν αυτό; Βοηθώντας τα να δημιουργήσουν ένα πλάνο για το μέλλον τους, για τις σπουδές τους, για το τι ονειρεύονται για τη ζωή τους.

Ο κ. Μιχαλούλης εξηγεί, ότι τα πιο μελετηρά παιδιά είναι συνήθως αυτά που από μικρή ηλικία έχουν ένα όραμα, π.χ. να γίνουν γιατροί ή πυρηνικοί φυσικοί. Δυστυχώς, βέβαια, λίγα είναι τα παιδιά που στα 15 και στα 16 τους χρόνια μπορούν να είναι τόσο σίγουρα για τις μελλοντικές τους επιθυμίες. Με τη βοήθεια του γονιού, όμως, και ίσως ενός εκπαιδευτικού που θα λειτουργήσει ως σύμβουλος επαγγελματικής κατάρτισης, αυτό γίνεται πολύ πιο εφικτό. Φυσικά, ο γονιός δεν θα πρέπει να έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του ότι το παιδί του ΠΡΕΠΕΙ υποχρεωτικά να σπουδάσει κάτι -και δη κάτι “δύσκολο”. Για να βοηθήσει πραγματικά το παιδί, θα πρέπει να είναι “ανοιχτός” στο να καταλάβει τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά του, αλλά και να αναζητήσει όλες τις εναλλακτικές που δεν περιορίζονται σε κάποιο πρωτοκλασάτο ΑΕΙ.

Η αναζήτηση και μόνο, παρέα με το παιδί, των πιθανών επιλογών του για το μέλλον, είτε μέσα από συζητήσεις με άλλους επαγγελματίες είτε παρακολουθώντας τα προγράμματα σπουδών διαφόρων σχολών, θα δώσει σημαντικό κίνητρο στο μαθητή, αλλά πάνω από όλα θα τον μάθει, πόσες δυνατότητες και εναλλακτικές έχει.

“Στα σχολεία του εξωτερικού μπαίνει από πολύ νωρίς η έννοια του επαγγελματικού προσανατολισμού: Τα παιδιά ενημερώνονται για τα επαγγέλματα, πηγαίνουν σε εργασιακούς χώρους, παρατηρούν, καταλαβαίνουν τι σημαίνει δουλειά, αγορά εργασίας”, σημειώνει ο κ. Μιχαλούλης. Έτσι, τα παιδιά πορεύονται στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, έχοντας μια πυξίδα την οποία μπορούν ανά πάσα στιγμή να κοιτάζουν, όταν νιώθουν ότι έχουν χάσει τον προσανατολισμό τους και αναρωτιούνται “Γιατί διαβάζω;”.

Όσο για τους μικρότερους ηλικιακά μαθητές, η επιβράβευση της ατομικής τους προσπάθειας αποτελεί σίγουρα το καλύτερο εφαλτήριο για μελέτη. Ένα παιδί που ενθαρρύνεται και επικροτείται για την προσπάθειά του, ένα παιδί που δεν τιμωρείται επειδή δεν διαβάζει, παρά εισπράττει την πίστη των γονιών του στις δυνατότητές του και τον θαυμασμό τους, ακόμα και για τα μικρά βήματα, τις μικρές του επιτυχίες είναι το παιδί το οποίο θα δίνει πάντα μια θετική εσωτερική απάντηση, στο “τι μαθητής θέλω να είμαι;”.