Μεγάλη μελέτη στη Δανία δείχνει ότι τα παιδιά που διαγιγνώσκονται σήμερα με αυτισμό ή ΔΕΠΥ μοιάζουν περισσότερο με τον γενικό πληθυσμό ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά
Σημαντική αύξηση στις διαγνώσεις ΔΕΠΥ και διαταραχής αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ) καταγράφηκε στη Δανία μέσα σε μία δεκαετία. Παράλληλα, νέα μελέτη δείχνει ότι έχει αλλάξει και το προφίλ των παιδιών που λαμβάνουν αυτές τις διαγνώσεις.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry από ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου Aarhus και άλλων ιδρυμάτων, βασίστηκε σε εθνικά μητρώα της Δανίας και εξέτασε παιδιά και εφήβους που διαγνώστηκαν με ΔΕΠΥ ή αυτισμό από το 2012 έως το 2022.
71.317 παιδιά και έφηβοι στη μελέτη
Οι ερευνητές αξιοποίησαν δεδομένα από περισσότερα από 2,19 εκατομμύρια παιδιά και εφήβους που είχαν καταγραφεί στα δανικά μητρώα.
Από αυτούς, 71.317 παιδιά και έφηβοι είχαν λάβει διάγνωση ΔΕΠΥ ή αυτισμού κατά την περίοδο 2012-2022 και συμπεριλήφθηκαν στην κύρια ανάλυση. Για κάθε περίπτωση αντιστοιχίστηκαν δέκα παιδιά χωρίς τις συγκεκριμένες διαγνώσεις, ώστε να εξεταστούν οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων.
Οι ερευνητές εξέτασαν 19 χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων κοινωνικοοικονομικούς και οικογενειακούς παράγοντες, στοιχεία σχετικά με τη γέννηση, την υγεία των γονέων και τη χρήση υπηρεσιών υγείας.
Οι διαγνώσεις αυξήθηκαν σημαντικά
Κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ο αριθμός των παιδιών που διαγιγνώσκονταν με ΔΕΠΥ ή αυτισμό αυξήθηκε σημαντικά.
Συνολικά, οι ερευνητές καταγράφουν αύξηση των διαγνώσεων από 4.944 το 2012 σε 9.179 το 2022, δηλαδή περίπου 86%.
Ωστόσο, η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι η αύξηση αυτή οφείλεται σε μία συγκεκριμένη αιτία. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι μπορεί να αντανακλά, μεταξύ άλλων, αλλαγές στις διαγνωστικές πρακτικές και στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.
Τα παιδιά που διαγιγνώσκονται μοιάζουν περισσότερο με τους συνομηλίκους τους
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης δεν αφορά μόνο τον αριθμό των διαγνώσεων.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι διαφορές μεταξύ των παιδιών που διαγιγνώσκονταν με ΔΕΠΥ ή αυτισμό και των παιδιών χωρίς αυτές τις διαγνώσεις μειώθηκαν με την πάροδο του χρόνου.
Η αλλαγή ήταν ιδιαίτερα εμφανής σε παράγοντες που σχετίζονται με το κοινωνικοοικονομικό και το περιγεννητικό προφίλ. Με άλλα λόγια, τα παιδιά που λαμβάνουν σήμερα διάγνωση εμφανίζουν σε ορισμένα χαρακτηριστικά μεγαλύτερη ομοιότητα με τα παιδιά χωρίς διάγνωση σε σχέση με ό,τι καταγραφόταν παλαιότερα.
Τι συνέβη με το χαμηλό βάρος γέννησης
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το χαμηλό βάρος γέννησης.
Το 2012-2013, τα παιδιά με χαμηλό βάρος γέννησης είχαν 54% υψηλότερες πιθανότητες να έχουν διάγνωση ΔΕΠΥ ή αυτισμού σε σχέση με τα παιδιά με φυσιολογικό βάρος γέννησης.
Στην περίοδο 2020-2022, η αντίστοιχη συσχέτιση είχε περιοριστεί, με τον λόγο πιθανοτήτων να διαμορφώνεται στο 1,17, έναντι 1,54 στην αρχή της περιόδου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το χαμηλό βάρος γέννησης έπαψε να αποτελεί παράγοντα που συνδέεται με τις συγκεκριμένες διαγνώσεις. Δείχνει ότι η ισχύς της συγκεκριμένης στατιστικής συσχέτισης μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου.
Αλλάζει και το κοινωνικοοικονομικό προφίλ
Ανάλογη μεταβολή παρατηρήθηκε και σε κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, ιδιαίτερα στις διαγνώσεις ΔΕΠΥ.
Η μελέτη διαπιστώνει ότι παράγοντες όπως το οικογενειακό εισόδημα και το μορφωτικό επίπεδο των γονέων είχαν μικρότερη σχέση με τη διάγνωση όσο περνούσαν τα χρόνια. Η μεταβολή ήταν εντονότερη για τη ΔΕΠΥ από ό,τι για τον αυτισμό.
Οι ερευνητές σημειώνουν επίσης ότι η εξασθένηση αυτών των συσχετίσεων ήταν πιο έντονη στα παιδιά που διαγιγνώσκονταν σε ηλικίες 10 έως 17 ετών.
Σημαίνει αυτό ότι υπάρχουν περισσότερες ήπιες περιπτώσεις;
Οι συγγραφείς δεν καταλήγουν ότι η αύξηση των διαγνώσεων οφείλεται αποκλειστικά σε περισσότερες ήπιες περιπτώσεις.
Τα ευρήματα, όμως, είναι συμβατά με την υπόθεση ότι η διεύρυνση της αναγνώρισης και της διάγνωσης μπορεί να έχει οδηγήσει στον εντοπισμό παιδιών που παλαιότερα δεν θα έφταναν απαραίτητα σε διάγνωση.
Παράλληλα, η μελέτη αναφέρει ότι η αύξηση των διαγνώσεων μπορεί να σχετίζεται με αλλαγές στις διαγνωστικές πρακτικές και στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και όχι απαραίτητα με αντίστοιχη αύξηση του υποκείμενου κινδύνου στον πληθυσμό.
Δεν σημαίνει ότι ο αυτισμός ή η ΔΕΠΥ έγιναν λιγότερο σοβαρές
Οι ερευνητές είναι σαφείς ως προς αυτό.
Το γεγονός ότι τα παιδιά που διαγιγνώσκονται σήμερα μοιάζουν περισσότερο με τους συνομηλίκους τους σε συγκεκριμένα δημογραφικά ή περιγεννητικά χαρακτηριστικά δεν σημαίνει ότι ο αυτισμός ή η ΔΕΠΥ έχουν γίνει λιγότερο επιβαρυντικές καταστάσεις.
Ούτε σημαίνει ότι οι σημερινές διαγνώσεις είναι λιγότερο έγκυρες.
Η μελέτη εξετάζει ποια χαρακτηριστικά συνδέονται στατιστικά με τη διάγνωση και πώς αυτές οι συσχετίσεις μεταβλήθηκαν στον χρόνο. Δεν αξιολογεί τη σοβαρότητα κάθε παιδιού ούτε μπορεί να καθορίσει την αιτία της αύξησης των διαγνώσεων.
Τι δείχνει τελικά η έρευνα
Η νέα μελέτη προσθέτει ένα σημαντικό στοιχείο στη συζήτηση για την αύξηση των διαγνώσεων αυτισμού και ΔΕΠΥ.
Δεν υπάρχει μία απλή εξήγηση για την αύξηση. Τα δεδομένα δείχνουν ότι, παράλληλα με την αύξηση του αριθμού των διαγνώσεων, έχει αλλάξει και το προφίλ των παιδιών που διαγιγνώσκονται.
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η μεταβολή αυτή μπορεί να αντανακλά αλλαγές στον τρόπο διάγνωσης και στην πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη. Παράλληλα, υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα δεν πρέπει να ερμηνευθούν ως ένδειξη ότι ο αυτισμός ή η ΔΕΠΥ έχουν γίνει λιγότερο σημαντικές ή λιγότερο επιβαρυντικές για τα άτομα που τις αντιμετωπίζουν.
