«Δεν μου αρέσει η δασκάλα μου». Μια φράση που μπορεί να ακούσει ξαφνικά ένας γονιός από το παιδί του, ιδιαίτερα τις πρώτες εβδομάδες της σχολικής χρονιάς. Και τότε συνήθως γεννιούνται αμέσως ερωτήματα: Τι έχει συμβεί; Του φέρεται άσχημα; Μήπως το παιδί υπερβάλλει; Χρειάζεται να μιλήσω με τη δασκάλα;
Πριν όμως αναζητήσουμε λύση, έχει σημασία να ακούσουμε τι ακριβώς προσπαθεί να μας πει το παιδί.
Η φράση «δεν μου αρέσει η δασκάλα μου» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Μπορεί να κρύβει δυσκολία προσαρμογής, διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας, αυστηρότερους κανόνες ή απλώς την αίσθηση του παιδιού ότι δεν έχει ακόμη δημιουργήσει σχέση εμπιστοσύνης με τον εκπαιδευτικό.
Μην απαντήσετε αμέσως «μα η δασκάλα σου είναι πολύ καλή»
Η πρώτη αντίδραση του γονιού έχει μεγάλη σημασία.
Αν πούμε «δεν είναι έτσι», «η δασκάλα σου είναι μια χαρά» ή «πρέπει να την ακούς», το παιδί μπορεί να αισθανθεί ότι το συναίσθημά του δεν έχει χώρο.
Αντίθετα, μπορούμε να ξεκινήσουμε με μια απλή φράση:
«Καταλαβαίνω ότι δεν αισθάνεσαι καλά μαζί της. Θέλεις να μου πεις τι σε έκανε να νιώσεις έτσι;»
Έτσι δεν παίρνουμε θέση εναντίον της δασκάλας, αλλά ούτε και απορρίπτουμε αυτό που αισθάνεται το παιδί.
Ρωτήστε τι ακριβώς συνέβη
Το «δεν μου αρέσει» είναι πολύ γενικό. Για έναν ενήλικα μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα, ενώ για ένα παιδί μπορεί να είναι ο μόνος τρόπος που έχει για να περιγράψει μια δυσάρεστη εμπειρία.
Αποφύγετε τις πολλές και πιεστικές ερωτήσεις. Προτιμήστε ανοιχτές ερωτήσεις όπως:
- «Τι έγινε σήμερα στην τάξη;»
- «Υπήρχε κάτι που σε στενοχώρησε;»
- «Τι κάνει η δασκάλα και δεν σου αρέσει;»
- «Πώς νιώθεις όταν σου μιλάει;»
- «Συμβαίνει συχνά ή έγινε σήμερα κάτι συγκεκριμένο;»
- «Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να είναι διαφορετικό;»
Αφήστε το παιδί να διηγηθεί την κατάσταση με τον δικό του τρόπο, χωρίς να συμπληρώνετε εσείς τα κενά.
Μην προσπαθήσετε να λύσετε το πρόβλημα πριν ακούσετε όλη την ιστορία
Είναι φυσιολογικό ένας γονιός να θέλει να προστατεύσει αμέσως το παιδί του. Όμως μια βιαστική παρέμβαση μπορεί να μην είναι αυτό που χρειάζεται.
Ακούστε πρώτα τι έχει συμβεί και προσπαθήστε να καταλάβετε αν πρόκειται για:
- μια στιγμιαία σύγκρουση,
- δυσκολία προσαρμογής,
- αυστηρούς κανόνες που το παιδί δεν έχει συνηθίσει,
- διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας,
- κάποιο περιστατικό που το ενόχλησε,
- ή ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Το σημαντικό είναι να ξεχωρίσουμε το «δεν μου αρέσει» από το «φοβάμαι, στενοχωριέμαι ή νιώθω ότι δεν είμαι ασφαλής».
Αν το παιδί παραπονιέται συνεχώς, δώστε μεγαλύτερη προσοχή
Ένα μεμονωμένο παράπονο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει πρόβλημα. Αν όμως η ίδια ανησυχία επανέρχεται συστηματικά ή συνοδεύεται από έντονη άρνηση για το σχολείο, κλάμα, φόβο ή σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά του παιδιού, αξίζει να διερευνηθεί περισσότερο.
Σε αυτή την περίπτωση, ο γονιός μπορεί να επικοινωνήσει ήρεμα με τον εκπαιδευτικό και να ζητήσει να ακούσει και τη δική του πλευρά.
Η συζήτηση δεν χρειάζεται να ξεκινήσει με κατηγορία. Μια φράση όπως «Το παιδί μου μου είπε ότι δυσκολεύεται τελευταία και θα ήθελα να καταλάβω τι συμβαίνει στην τάξη» αφήνει χώρο για συνεργασία.
Δείξτε στο παιδί ότι μπορεί να μη συμπαθεί κάποιον και παρ’ όλα αυτά να συνεργάζεται μαζί του
Δεν είναι απαραίτητο να συμπαθούμε όλους τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε.
Αυτό μπορεί να γίνει μια σημαντική ευκαιρία για το παιδί να μάθει ότι οι άνθρωποι έχουν διαφορετικούς χαρακτήρες, τρόπους επικοινωνίας και όρια. Μπορεί να μη νιώθει ιδιαίτερα κοντά στη δασκάλα του, χωρίς αυτό από μόνο του να σημαίνει ότι η σχέση τους είναι προβληματική.
Μπορούμε να του πούμε:
«Δεν χρειάζεται να σου αρέσει κάποιος για να του φέρεσαι με σεβασμό. Όμως θέλω πάντα να μου λες αν κάποιος σε κάνει να φοβάσαι, σε προσβάλλει ή σε κάνει να αισθάνεσαι άσχημα.»
Με αυτόν τον τρόπο το παιδί μαθαίνει ταυτόχρονα τον σεβασμό και τη σημασία του να μιλά όταν κάτι το ενοχλεί.
Τι να αποφύγουν οι γονείς
Υπάρχουν ορισμένες αντιδράσεις που, ακόμη κι αν έχουν καλή πρόθεση, μπορεί να δυσκολέψουν τη συζήτηση.
Καλό είναι να αποφεύγουμε:
«Υπερβάλλεις.»
Το παιδί μπορεί να σταματήσει να μοιράζεται μαζί μας όσα το απασχολούν.
«Η δασκάλα σου ξέρει καλύτερα.»
Το παιδί μπορεί να νιώσει ότι η δική του πλευρά δεν έχει σημασία.
«Κι εγώ δεν συμπαθούσα όλους τους δασκάλους μου.»
Μπορεί να είναι αλήθεια, αλλά δεν απαντά σε αυτό που βιώνει τώρα το παιδί.
«Αύριο θα πάω να της μιλήσω!»
Μια παρορμητική αντίδραση μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη ένταση πριν ακόμη καταλάβουμε τι έχει συμβεί.
Το βασικό μήνυμα που χρειάζεται να πάρει το παιδί
Το παιδί δεν χρειάζεται από τον γονιό μια έτοιμη ετυμηγορία για το αν η δασκάλα του είναι «καλή» ή «κακή».
Χρειάζεται να ξέρει ότι το ακούνε, το πιστεύουν όταν εκφράζει μια δυσκολία και μπορούν μαζί να εξετάσουν τι ακριβώς συμβαίνει.
Μια απλή φράση όπως:
«Είμαι εδώ και μπορείς να μου λες ό,τι σε απασχολεί. Θα το συζητήσουμε μαζί και θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε»
μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντική από οποιαδήποτε γρήγορη συμβουλή.
Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν είναι να μάθουμε στο παιδί να αγαπά όλους τους ανθρώπους που συναντά στο σχολείο. Είναι να μάθει να αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, να τα εκφράζει και να ζητά βοήθεια όταν κάτι πραγματικά το δυσκολεύει.
