Γιατί τα παιδιά ακούν περισσότερο τον μπαμπά και λιγότερο τη μαμά; Η ειδικός απαντά

Μια από τις συζητήσεις που έχουμε συχνά οι γονείς μεταξύ μας, έχει να κάνει με το πώς αντιδρούν τα παιδιά όταν τους ζητά κάτι η μαμά και όταν τους ζητά κάτι ο μπαμπάς. Οι περισσότεροι συμφωνούμε, ότι τα παιδιά μας, ειδικά τα εφηβάκια, τείνουν να “πειθαρχούν” πιο εύκολα στον μπαμπά, παρόλο που ο ίδιος μπορεί να είναι ο πιο ήπιος από τους δύο γονείς και αυτός που δεν χρειάζεται να φωνάξει ποτέ. Γιατί συμβαίνει αυτό; Τι κάνουμε εμείς οι μαμάδες λάθος;

Ρωτήσαμε την ψυχολόγο – ψυχοθεραπεύτρια Δρ. Λίζα Βάρβογλη που μας είπε τα εξής:

Γιατί όταν η μαμά είναι παρούσα το παιδί τείνει να έχει 300% χειρότερη συμπεριφορά απ’ ότι όταν είναι παρών ο μπαμπάς; Γιατί τα παιδιά τείνουν να ακούν περισσότερο τον μπαμπά και λιγότερο τη μαμά όταν έρθει η ώρα να μπουν όρια, να μη γίνει κάποιο χατίρι τους, ή να σταματήσουν να κάνουν κάτι που δεν πρέπει; Οι λόγοι είναι πολλοί και σίγουρα ΔΕ σχετίζονται με μικρότερη ή μεγαλύτερη ικανότητα του ενός ή του άλλου γονιού!

Από την άλλη, τα παιδιά ακούν περισσότερο τον μπαμπά για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους. Τις περισσότερες φορές ο μπαμπάς δίνει μία απλή, ξεκάθαρη εντολή, ενώ η μαμά τείνει να έχει διαφορετικό στυλ προσέγγισης:

Μπαμπάς: «Μάζεψε τα παιχνίδια σου».
Μαμά: «Αγάπη μου έλα, τώρα είναι ώρα να μαζέψεις όλα αυτά τα ωραία παιχνίδια με τα οποία έπαιζες τόσο όμορφα με την αδερφή σου όλο το απόγευμα. Με άκουσες αγάπη μου; Άντε, ωραία έπαιξες αλλά πέρασε η ώρα, είναι αργά πια.. Ώρα να μαζέψεις όλα τα παιχνίδια που σκόρπισες στο πάτωμα, να τα βάλεις στη θέση τους και να ετοιμαστείς για ύπνο. Α, και μη ξεχάσεις να πλύνεις τα δοντάκια, για να είναι γερά και αστραφτερά!».

Με μια πρώτη ματιά, οι μπαμπάδες γενικά χρησιμοποιούν:
 Λίγες λέξεις
 Συντομότερες προτάσεις
 Δίνουν λιγότερες λεπτομέρειες
 Δίνουν σύντομες και σαφείς οδηγίες
 Έχουν πιο αποφασιστικό τόνο φωνής
 Δε διαπραγματεύονται
 Επικεντρώνονται σε ένα θέμα τη φορά

Αντίθετα, οι μαμάδες γενικά χρησιμοποιούν:
 Πολλές λέξεις
 Μεγάλες προτάσεις
 Δίνουν περισσότερες λεπτομέρειες
 Δίνουν πολύπλοκες και συχνά μπερδεμένες οδηγίες
 Έχουν πιο παρακλητικό -και λιγότερο αποφασιστικό- τόνο φωνής
 Διαπραγματεύονται
 Ξεκινάνε με ένα θέμα, αλλά στην πορεία προσθέτουν και άλλα

Όμως…
Αυτό είναι μόνο ένα κομμάτι του παζλ! Στην πραγματικότητα, πέρα από το κομμάτι του διαφορετικού στυλ επικοινωνίας μαμάδων και μπαμπάδων, υπάρχουν και κάποιες βαθύτερες ψυχολογικές εξηγήσεις του γιατί ένα παιδί τείνει να συμμορφώνεται περισσότερο στις εντολές του μπαμπά και να μην ακούει τη μαμά.

Το σίγουρο είναι ότι αν το παιδί σου έχει κακή συμπεριφορά μαζί σου και δε σε ακούει, αυτό σημαίνει ότι είσαι καλή μαμά και κάνεις σωστά τη δουλειά σου!

Ας δούμε όμως τους διαφορετικούς λόγους που συμβάλλουν στο να έχει το παιδί χειρότερη συμπεριφορά όταν η μαμά είναι εκεί, ενώ συμμορφώνεται όταν του πει ο μπαμπάς τι πρέπει να κάνει.

Ο άνθρωπος που έχει τον κεντρικό ρόλο στην καθημερινότητα του παιδιού, δηλαδή η μαμά, είναι το άτομο με το παιδί αισθάνεται πιο άνετα να εκφράσει τα έντονα και δυσάρεστα συναισθήματα που έχει. Έτσι, όταν το παιδί φωνάζει στη μαμά, κάνει πείσματα, ή δεν την ακούει, αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση σημάδι ότι δεν την αγαπάει ή δεν τη σέβεται. Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο! Δηλαδή είναι σημάδι ότι το παιδί αισθάνεται ασφάλεια με τη μαμά του και μπορεί να εκφραστεί χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την αγάπη της.

Ένας δεύτερος παράγοντας είναι ότι στις μικρότερες ηλικίες, 2-5 ετών καθώς αναπτύσσεται ο εγκέφαλος του παιδιού, βελτιώνεται η μνήμη του άρα και η ικανότητά του να θυμάται τι είναι αυτό που θέλει και να επιμένει να το αποκτήσει. Αυτό αποτελεί μεγάλη διαφορά σε σχέση με μικρότερες ηλικίες, όταν το παιδί ξεγελιέται και οι γονείς μπορούν να του αποσπάσουν την προσοχή πιο εύκολα.

Ένας άλλος παράγοντας είναι το γεγονός ότι τα παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας αναπτύσσουν τη συναισθηματική και κοινωνική νοημοσύνη τους. Μαθαίνουν ότι δε γίνεται πάντα το δικό τους, ότι υπάρχουν όρια στη συμπεριφορά τους και αναγνωρίζουν μέχρι πότε τους παίρνει να επιμείνουν και πότε πρέπει να σταματήσουν. Έτσι, τεστάρουν τους γονείς τους και δοκιμάζουν τα όρια των γονιών αλλά και τα δικά τους. Έτσι, αν είσαι μανούλα και είσαι με το παιδάκι σου περισσότερο χρόνο απ’ ότι ο μπαμπάς, είναι πολύ πιθανό ότι εσύ δέχεσαι το τσουνάμι των «όχι» και της άρνησης του παιδιού σου να συμμορφωθεί.

Η μαμά είναι ο ασφαλής συναισθηματικό τόπος του παιδιού. Η μαμά κάνει το παιδί να νιώσει πιο άνετα να τρέξει σε αυτή όταν έχει κάποιο πρόβλημα. Η μαμά είναι αυτή που μπορεί να διορθώσει καταστάσεις, να σκουπίσει δακρυσμένα ματάκια, να φιλήσει το «βαβά», να κάνει το παιδί να αισθανθεί καλύτερα. Επίσης, η μαμά είναι αυτή που γίνεται ο συναισθηματικός σκουπιδοτενεκές του παιδιού και παίρνει όλα τα έντονα και άσχημα συναισθήματα που το ίδιο δε μπορεί να διαχειριστεί και θέλει να αποβάλει. Έτσι, το παιδί μπορεί να μην είχε εμφανώς καμία δυσκολία πχ., στο σχολείο, αλλά «κρατιόταν» για να φερθεί σωστά. Τι θα κάνει όταν επιστρέψει σπίτι; Θα πέσουν οι άμυνες και θα ξεσπάσει στη μαμά. Επειδή αισθάνεται ασφάλεια.

Προσοχή όμως! Δεν πρέπει να καταδικάσουμε το ένα ή το άλλο στυλ. Στην πραγματικότητα, το παιδί χρειάζεται και τους δύο γονείς του, με το διαφορετικό επικοινωνιακό και ψυχολογικό στυλ του καθενός. Η μαμά και ο μπαμπάς, καθένας χωριστά αλλά και οι δύο μαζί ως γονείς, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού. Συνήθως η μαμά, όπως στην αρχή της ζωής, κρατάει το παιδί -στη μήτρα της, στην αγκαλιά της και, μεταφορικά, στην καρδιά της-, δίνει αγάπη, τρυφερότητα και συναισθηματικό δέσιμο. Ο μπαμπάς πάλι προσφέρει άλλου είδους σταθερότητα, μια πιο ορθολογική αντιμετώπιση της ζωής, διδάσκει τι είναι σωστό και τι λάθος και πώς να συμμορφώνεται το παιδί. Έτσι το παιδί συνδυάζει και αφομοιώνει τα μαθήματα ζωής που παίρνει από τους γονείς του και αποκτά τις δεξιότητες για να ανταπεξέλθει.