Όσο περισσότερα στοιχεία γίνονται γνωστά για την υπόθεση της Κυψέλης, τόσο περισσότερο η συζήτηση ξεφεύγει από τα όρια μιας ακόμη ακραίας και φρικιαστικής οικογενειακής ιστορίας. Τα ερωτήματα πληθαίνουν και όλοι μας βρισκόμαστε υπόλογοι γιατί κανείς δεν μπόρεσε να προστατεύσει αυτά τα παιδιά, ούτε το κράτος, ούτε οι αρχές, ούτε καν φορείς για την προστασία των παιδιών.
Γιατί τα παιδιά αυτής της οικογένειας είχαν βρεθεί, και μάλιστα περισσότερες από μία φορές, μπροστά σε ανθρώπους και υπηρεσίες που έχουν αρμοδιότητα να προστατεύουν ανηλίκους. Ωστόσο όλοι τα απογοήτευσαν, όλοι όσοι είχαν ευθύνη να τα προστατεύσουν δεν το έκαναν – με πρώτους, φυσικά -γιατί κι αυτό πρέπει να το θυμόμαστε- τους γονείς και την οικογένειά τους.
Ο καθένας από εμάς όμως, γονιός ή μη, έρχεται αντιμέτωπος με το παράλογο μέσα σε αυτή την ιστορία. Μαθαίνουμε από διάφορες πηγές ότι μέσα στο 2025 τα παιδιά μεταφέρθηκαν επανειλημμένα στο Παίδων για προστατευτική φύλαξη λόγω παραμέλησης. Γνωρίζουμε ότι είχαν προηγηθεί επαφές με την Αστυνομία, εισαγγελικές εντολές και παρέμβαση από το Χαμόγελο του Παιδιού. Και γνωρίζουμε ότι, παρά τις παρεμβάσεις αυτές, επέστρεψαν στο οικογενειακό τους περιβάλλον.
Το πώς ακριβώς συνέβη αυτό είναι κάτι που πρέπει πλέον να απαντηθεί και κάποτε πρέπει, τέλος πάντων, να αναλάβει ο καθένας την ευθύνη που του αναλογεί.
Στο μεταξύ, τα νέα στοιχεία που προκύπτουν από την αστυνομική και δικαστική έρευνα κάνουν ακόμη βαρύτερη την εικόνα. Ο 43χρονος και η 38χρονη έχουν πλέον κατηγορηθεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση για τον θάνατο του βρέφους, ενώ τα ιατροδικαστικά ευρήματα δείχνουν ότι τα σχεδόν 20 τραύματα στην πλάτη του παιδιού προκλήθηκαν πριν από τον θάνατό του και ήταν θανατηφόρα. Τα τρία ανήλικα παιδιά κατέθεσαν παρουσία παιδοψυχολόγων και, σύμφωνα με πληροφορίες του iEidiseis, γνώριζαν ότι το μικρό αδελφάκι τους είχε πεθάνει και ότι η σορός του βρισκόταν στην κατάψυξη, χωρίς να έχουν υπάρξει μάρτυρες της δολοφονίας του. Την ίδια ώρα, οι ιατρικές εξετάσεις των τριών παιδιών και συνολικά όσα έχουν γίνει γνωστά για τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν αποτυπώνουν ένα περιβάλλον βαριάς παραμέλησης και κακοποίησης.
«Υπάρχουν παιδιά που ζουν από τύχη»
Μετά τις αποκαλύψεις για την Κυψέλη, «Το Χαμόγελο του Παιδιού» έκανε γνωστό ότι ήδη από τον Απρίλιο του 2020 είχε δεχθεί ανώνυμη αναφορά για τρία παιδιά, ένα κορίτσι και δύο αγόρια. Στην αναφορά γινόταν λόγος για παραμέληση της υγιεινής και της εποπτείας τους, οικονομική εκμετάλλευση της κόρης και χρήση ουσιών από τους γονείς. Η αναφορά διαβιβάστηκε στην αρμόδια Εισαγγελία. Σύμφωνα με τον Οργανισμό, δεν υπήρξε στη συνέχεια ενημέρωση για την εξέλιξή της.
Τον Δεκέμβριο του 2024 υπήρξε δεύτερη ανώνυμη αναφορά για τρία παιδιά, αυτή τη φορά με καταγγελίες για πιθανή χρήση ουσιών από το κορίτσι, σωματική βία και κακοποίησή του από τον πατέρα και χρήση ουσιών από τους γονείς. Επειδή δεν δόθηκαν επαρκή στοιχεία ταυτοποίησης, η συγκεκριμένη αναφορά δεν διαβιβάστηκε στις Αρχές.
Αυτή ακριβώς η πλευρά της υπόθεσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μέσα από όσα λέει στο iEidiseis ο Κώστας Γιαννόπουλος. Ο πρόεδρος του «Χαμόγελου του Παιδιού» περιγράφει ένα σύστημα που συχνά εντοπίζει το πρόβλημα, αλλά δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τη συνέχεια της προστασίας. Μόνο το φετινό καλοκαίρι, όπως αναφέρει, το Επιχειρησιακό Κέντρο του Οργανισμού διαχειρίστηκε 49.000 κλήσεις, αρκετές από τις οποίες αφορούσαν κακοποίηση, παραμέληση, εξαφανίσεις και αυτοκτονικότητα. Για τον ίδιο, περιπτώσεις με ανησυχητικές ομοιότητες δεν είναι σπάνιες. «Υπάρχουν παιδιά που ζουν από τύχη», λέει χαρακτηριστικά.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι όσα αναφέρει για το τι συμβαίνει αφού ένα παιδί απομακρυνθεί από την οικογένειά του. Το γεγονός ότι ο 43χρονος μπόρεσε να πάρει τα παιδιά από το Παίδων ενώ βρίσκονταν εκεί με εισαγγελική εντολή δεν αποτελεί, όπως λέει, πρωτοφανές περιστατικό. Τα νοσοκομεία δεν είναι χώροι φύλαξης, την ώρα που παιδιά παραμένουν εκεί για μεγάλα διαστήματα επειδή δεν υπάρχει άμεσα διαθέσιμη ασφαλής λύση. Ο Γιαννόπουλος αναφέρει ότι μέχρι πρόσφατα περίπου 70 παιδιά βρίσκονταν μόνο στο Παίδων της Αθήνας με εισαγγελική εντολή. Στο ίδιο πρόβλημα προσθέτει την υποστελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών και την έλλειψη ουσιαστικής διασύνδεσης μεταξύ Πρόνοιας, Εισαγγελίας και Αστυνομίας. Με άλλα λόγια, υπάρχουν οι επιμέρους υπηρεσίες, αλλά η πληροφορία και η ευθύνη για ένα παιδί δεν περνούν πάντα απρόσκοπτα από τη μία στην άλλη.
Πώς έφυγαν τα ανήλικα παιδιά από το Παίδων;
Προσπαθώντας να πιάσουμε τον μίτο της ιστοράςι από την αρχή, αξίζει να σταθούμε σε ένα ακόμη στοιχείο που συμπληρώνει αυτό το ανήκουστο παζλ, το γεγονός ότι τα δύο ανήλικα αγόρια είχαν εμπλακεί σε περιστατικό κλοπής κινητού και στη συνέχεια, με εισαγγελική εντολή, μεταφέρθηκαν στο Παίδων. Από εκεί έφυγαν, πώς άραγε, ωστόσο ακολούθησαν και άλλες μεταφορές των παιδιών στο νοσοκομείο για προστατευτική φύλαξη μέσα στην ίδια χρονιά.
Για την ακριβή χρονική ακολουθία και για το ποια παιδιά μεταφέρθηκαν κάθε φορά υπάρχουν ακόμη διαφορετικές πληροφορίες και ίσως να μην έχει τόση σημασία. Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι ότι το Παίδων είχε κληθεί επανειλημμένα να τα φιλοξενήσει προσωρινά, μέχρι να βρεθεί ασφαλής λύση. Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς πώς ένα παιδί που έχει απομακρυνθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον με εισαγγελική εντολή και βρίσκεται σε προστατευτική φύλαξη μπορεί να καταλήξει ξανά εκεί από όπου κρίθηκε ότι έπρεπε να απομακρυνθεί.
Ποιος παρακολουθεί ένα παιδί από την αρχή μέχρι το τέλος;
Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, κανείς. Κάθε φορά που τα συγκεκριμένα παιδιά γίνονται ορατά στο σύστημα, τα συναντά ένας διαφορετικός κρίκος του συστήματος: η Αστυνομία, η Εισαγγελία, το νοσοκομείο, κοινωνικές υπηρεσίες, φορείς παιδικής προστασίας.
Δεν μπορούμε αυτή τη στιγμή να γνωρίζουμε αν κάποιος από αυτούς τους κρίκους δεν έκανε σωστά τη δουλειά του. Και θα ήταν άδικο, πριν ολοκληρωθεί η έρευνα, να καταλήξουμε στο βολικό συμπέρασμα ότι «κανείς δεν έκανε τίποτα». Από τα στοιχεία που έχουμε προκύπτει ακριβώς το αντίθετο: έγιναν παρεμβάσεις. Το αποτέλεσμα, όμως, μας υποχρεώνει να εξετάσουμε αν αυτές οι παρεμβάσεις συνδέθηκαν ποτέ μεταξύ τους.
Γιατί στην παιδική προστασία δεν αρκεί να επέμβει η Αστυνομία όταν εντοπίσει ένα παιδί. Δεν αρκεί να εκδώσει μια εντολή ο εισαγγελέας, ούτε να ανοίξει προσωρινά μια πόρτα το νοσοκομείο. Κάποιος πρέπει να έχει τη συνολική εικόνα και να παρακολουθεί την υπόθεση και μετά την πρώτη κινητοποίηση.
Εκεί βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα που γεννά η ιστορία των παιδιών στην Κυψέλη: ποιος έχει την ευθύνη της συνέχειας;
Ποιος γνωρίζει ότι το παιδί που βρίσκεται σήμερα στο Παίδων έχει ξαναβρεθεί εκεί; Ποιος βλέπει ότι υπήρξαν προηγούμενες παρεμβάσεις; Ποιος ελέγχει τι έγινε μετά την έξοδο από το νοσοκομείο και αν η λύση που βρέθηκε ήταν πράγματι ασφαλής;
Αν αυτές οι πληροφορίες υπάρχουν σε διαφορετικούς φακέλους και διαφορετικές υπηρεσίες χωρίς κάποιος να συνθέτει την εικόνα, τότε το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο από μια πιθανή ασυνεννοησία.
Και πού πηγαίνει ένα παιδί όταν δεν μπορεί να γυρίσει σπίτι;
Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά, την οποία δεν πρέπει να προσπεράσουμε. Γιατί είναι εύκολο να ζητάμε την άμεση απομάκρυνση ενός παιδιού από ένα επικίνδυνο ή ακατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον. Το επόμενο ερώτημα είναι πολύ πιο πρακτικο και πολύ πιο δύσκολο: πού θα πάει αυτό το παιδί απόψε;
Η παραμονή ανηλίκων σε παιδιατρικά νοσοκομεία με εισαγγελικές εντολές προστατευτικής φύλαξης είναι ένα πρόβλημα που γνωρίζουμε εδώ και χρόνια. Τα νοσοκομεία καλούνται στην πράξη να καλύψουν ένα κενό μέχρι να βρεθεί θέση σε δομή ή κάποια άλλη ασφαλής λύση.
Μόνο που το Παίδων είναι νοσοκομείο. Δεν μπορεί να αποτελεί για εβδομάδες ή μήνες τον χώρο όπου περιμένει ένα παιδί μέχρι να αποφασίσουμε τι θα το κάνουμε.
Και εδώ η υπόθεση της Κυψέλης συναντά ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα: την επάρκεια των δομών, τις δυνατότητες της αναδοχής, την έλλειψη προσωπικού και τελικά την πραγματική δυνατότητα του κράτους να προσφέρει άμεσα μια ασφαλή εναλλακτική όταν αποφασίζει ότι ένα παιδί πρέπει να φύγει από το σπίτι του.
Η διαδρομή αυτών των παιδιών πρέπει να ανασυσταθεί
Πριν αρχίσουμε λοιπόν να δείχνουμε με το δάχτυλο μια υπηρεσία, έναν εισαγγελέα, έναν γιατρό ή έναν αστυνομικό, υπάρχει κάτι πολύ πιο χρήσιμο που πρέπει να γίνει: να μάθουμε ολόκληρη τη διαδρομή αυτών των παιδιών.
Πότε εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στις Αρχές, ποιος ενημερώθηκε, ποιες εντολές δόθηκαν, τι συνέβη κάθε φορά που μεταφέρθηκαν στο Παίδων, γιατί δεν είχε ακόμη βρεθεί κατάλληλη δομή, υπό ποιες συνθήκες έφυγαν και τι έγινε τις επόμενες ημέρες και τους επόμενους μήνες.
Μόνο τότε θα ξέρουμε αν υπήρξε αδράνεια, λάθος χειρισμός, ασυνεννοησία ή αν οι άνθρωποι που κλήθηκαν να προστατεύσουν αυτά τα παιδιά βρέθηκαν απέναντι σε ένα σύστημα που δεν είχε πού να τα τοποθετήσει.
Μπορεί αυτή η έρευνα να είναι «κατόπιν εορτής», αλλά πρέπει να γίνει. Γιατί, ανεξάρτητα από όσα θα προκύψουν για τις ευθύνες κάθε πλευράς, ένα γεγονός παραμένει: τα παιδιά είχαν βρεθεί επανειλημμένα μπροστά στις Αρχές πριν μάθουμε όλοι την ύπαρξή τους μέσα από μια τραγωδία.
Και όταν ένα παιδί φτάνει μέχρι το σημείο να απομακρυνθεί από το σπίτι του για να προστατευθεί, η δουλειά του συστήματος δεν τελειώνει όταν κλείσει πίσω του η πόρτα του νοσοκομείου.
Εκεί, ουσιαστικά, αρχίζει.
