Οδυσσέας Ελύτης: «Η Μάγια», «ο κύριος Μενεξές», «Το τρελοβάπορο» και άλλα 8 ποιήματα που λατρέψαμε ως παιδιά

Οδυσσέας Ελύτης: «Η Μάγια», «ο κύριος Μενεξές», «Το τρελοβάπορο» και άλλα 8 ποιήματα που λατρέψαμε ως παιδιά

Οδυσσέας Ελύτης: Ένα όνομα που αναβλύζει φως, ήλιο, Ελλάδα. Ο ποιητής που μας έμαθε μέσα από τους στίχους του την ομορφιά, διηγήθηκε αισθητική καθαρότητα μέσα από ένα ταξίδι στη γη, την πατρίδα, τη θάλασσα, την ελευθερία…

Ήταν ο άνθρωπος που χάρισε στην Ελλάδα το δεύτερό της Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1979 για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα» και  με το «Άξιον Εστί» να ταξιδεύει την χώρα μας στα πέρατα του κόσμου.

Οδυσσέας Ελύτης: «Η Μάγια», «ο κύριος Μενεξές», «Το τρελοβάπορο» και άλλα 7 ποιήματα που λατρέψαμε ως παιδιά

Σήμερα συμπληρώνονται 26 χρόνια από τον θάνατο του ποιητή που μας γέμισε σοφία και όμορφες εικόνες μέσα από τις 28 ποιητικές του συλλογές.

Ανάμεσα στα εξαιρετικά ποιήματα , που ανέδειξαν την ελληνική λογοτεχνία στις κορυφαίες του κόσμου, ο Ελύτης έγραψε και ποιήματα που  αναζητούν παιδικά χείλη για να τραγουδηθούν.

Μελοποιημένα από σπουδαίους συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Λίνος Κόκοτος, Νένα Βενετσάνου συνόδεψαν τα παιδικά μας χρόνια, τις καλοκαιρινές γιορτές στη λήξη της σχολικής χρονιάς… 

Ας θυμηθούμε δέκα από τα πιο εμβληματικά ποιήματά του που τραγουδήσαμε ως παιδιά και όχι μόνο…

Η Μάγια

Η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
μέσ’ απ’ τους ουρανούς περνά.
Κάποτε λίγο σταματά
στο φτωχικό μου και κοιτά.Γεια σας τι κάνετε; Καλά;
Καλά. Πώς είναι τα παιδιά;
Τι να σας πω εκεί ψηλά τα
τρώει τ’ αγιάζι κι η ερημιά.Γι αυτό πικραίνεσαι κυρά,
δε μου τα φέρνεις εδωνά;
Ευχαριστώ μα `ναι πολλά
θα σου τη φάνε τη σοδειά.
Δώσε μου καν την πιο μικρή
τη Μάγια την αστραφτερή.
Πάρ’ την κι έχε λοιπόν στο νου
πως θά `σαι ο άντρας τ’ ουρανού.

Είπε, και πριν βγάλω μιλιά
μου την καρφώνει στα μαλλιά

Λάμπουνε γύρω τα βουνά,
τα χέρια μου βγάνουν φωτιά.
Κι η Πούλια πόχει εφτά παιδιά
φεύγει και μ’ αποχαιρετά.

Η πορτοκαλένια

Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει,
σιγά-σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

Eτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί,
έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα,
έτσι καθώς αστραψανε χελιδονοουρές,
σάστησαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές,
σάστησαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια,
κι όλα μαζί συνάχτηκάν κι όλα μαζί την είδαν,
κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!
Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός, μεθάει ο κόσμος όλος,
όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει.
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια,
τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές,
τη λέει κ’ η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

-Σήκω μικρή, μικρή, μικρή πορτοκαλένια!
Oπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει.
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός θεός,
που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό ανέμους!

Το Μαγισσάκι

Από τους χρόνους τους παλιούς, το ‘χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι.
Τ’ άπιαστο σαν αερικό, στην εμορφιά του Μάη
που αν κάνεις να τον μυριστείς, αλλοίμονο σου -εκάης

Έβγα έβγα Μαγισσάκι, χτύπα χτύπα το ραβδάκι
Τι ζουμπούλια και τι κρίνα, τι κι ετούτα τι κι εκείνα.
Ντο και ρε και μι και φα, μες στα ροζ τα σύννεφα
Ντο και ρε και φα και μι, φούχτα μου και δύναμη.

Ποιος θα μου δώκει δύναμη, κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι
Που ‘ναι σπηλιά του ο ουρανός, άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του, στην άκρια του κυμάτου

Χτύπα χτύπα το ραβδάκι, χύνε το νερό στ’ αυλάκι
Τα παπιά και τα βαπόρια, παν μαζί και πάνε χώρια
Φα και ρε και μι και ντο, μες στο μπλε το ξάγναντο

Έξι τέσσερα κι οχτώ, γούρι μου και φυλαχτό.

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές, ν’ ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά, για με το Μαγισσάκι.
Που να κοιμάμαι ξυπνητός, να τρέχω
να με λεν χωρίς καρδιά, μα νά’μαι ερωτευμένος.

Γεια σου κύριε Μενεξέ

Δύο συ και τρία γω
πράσινο πεντόβολο
μπαίνω μέσα στον μπαξέ
γεια σου κύριε μενεξέ.

Σιντριβάνι και νερό
και χαμένο μου όνειρο.
Τζίντζιρας τζιντζίρισε
το ροδάνι γύρισε.

Χοπ αν κάνω δεξιά
πέφτω πάνω στη ροδιά.
Χοπ αν κάνω αριστερά
πάνω στη βατομουριά.

Το `να χέρι μου κρατεί
μέλισσα θεόρατη
τ’ άλλο στον αέρα πιάνει
πεταλούδα που δαγκάνει

Το τρελοβάπορο

Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες “βίρα μαινα”

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ τις δυό μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο
κι έχει λόστρομο αθώο, ναύτη πονειρό.

Απο τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς,
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς.

Ελα Χριστέ και Κύριε, λέω κι απορώ,
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο,

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπετναους τους αλλάξαμε

Κατακλεισμούς ποτέ δε λογαριάσαμε,
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε,

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινο τον Ηλιο τον Ηλιάτορα!

Η ποδηλάτισσα

Το δρόμο πλάι στη θάλασσα
περπάτησα που ‘κανε κάθε
μέρα η ποδηλάτισσα.

Βρήκα τα φρούτα που ‘χε
στο πανέρι της, το δαχτυλίδι
που ‘πεσε απ’ το χέρι της.

Βρήκα το κουδουνάκι και το
σάλι της, τις ρόδες,
το τιμόνι, το πεντάλι της.

Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε
μιαν άκρη, μια πέτρα διάφανη
που ‘μοιαζε με δάκρυ.

Τα μάζεψα ένα ένα και τα
κράτησα κι έλεγα πού ‘ναι
πού ‘ναι η ποδηλάτισσα.

Την είδα να περνά πάνω
απ’ τα κύματα, την άλλη μέρα
πάνω από τα μνήματα.

Την τρίτη νύχτωσ’ έχασα
τ’ αχνάρια της, στους ουρανούς
άναψαν τα φανάρια της.

Τα τζιτζίκια

Η Παναγιά τα πέλαγα
κρατούσε στην ποδιά της.
Την Σίκινο, την Αμοργο
και τ’ άλλα τα παιδιά της.

Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ’ αποκρίνονται μαζί:

Ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.

Απο την άκρη του καιρού
και πίσω απ’ τους χειμώνες
άκουγα σφύριζε η μπουρού
κι έβγαιναν οι Γοργόνες.

Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ’ αποκρίνονται μαζί:

Ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.

Κι εγώ μέσα στους αχινούς
στις γούβες στ’ αρμυρίκια
σαν τους παλιούς θαλασσινούς
ρωτούσα τα τζιτζίκια:

Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ’ αποκρίνονται μαζί.

Ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.

Ντούκου ντούκου μηχανάκι

Σκίζει η πλώρη τα νερά
κι αντηχάνε τα βουνά.
Ντούκου ντούκου μηχανάκι,
ντούκου το παλιό μεράκι.

Τρίτη, Πέμπτη και Σαββάτο
μες της θάλασσας τον πάτο.
Ποιος θα ρίξει, ποιος θα πάρει
τ’ ασημένιο το φεγάρι.

Χάιντε, χάιντε βρε παιδιά,
πάμε στην Άγια Μαρίνα.
Πάμε στην Άγια Μαρίνα
με την όμορφη μπενζίνα.

Και Δευτέρα και Τετάρτη
ποιος θ’ ανέβει στο κατάρτι
κι άχου την Παρασκευή
ποιος θα κάτσει στο κουπί.

Βρε παπά το θυμιατό σου
γύρισέ το κατα δω
και με το βασιλικό σου
ράντισε μας το νερό.

Χάιντε, χάιντε βρε παιδιά,
πάμε στην Αγια Μαρίνα.
Πάμε στην Άγια Μαρίνα
με την όμορφη μπενζίνα.

Να βγουν και να περπατήσουν
σαν κορίτσια οι νερατζιές
κι όλ’ οι άντρες ν’ αγαπήσουν
μια και δυο και τρεις φορές.

Σκίζει η πλώρη τα νερά
κι αντηχάνε τα βουνά.
Ντούκου ντούκου μηχανάκι,
ντούκου το παλιό μεράκι.

Χάιντε, χάιντε βρε παιδιά,
πάμε στην Άγια Μαρίνα.
Πάμε στην Άγια Μαρίνα
με την όμορφη μπενζίνα.

Το τριζόνι

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυματάκι του γιαλού
Οι άνθρωποι μ’αρνήθηκαν
κανείς δε με σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι

Έννοια σου λέει, έννοια σου
Κι εγώ είμαι εδώ σιμά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
Και για παρηγοριά σου.

Τρι και τρι και τρι και τρι
Τι γλυκιά που είν’ η ζωή
Τι γλυκιά και τί πικρή
Τρι και τρι και τρι και τρι.

Του μικρού βοριά

Του μικρού βοριά παράγγειλα, να ‘ναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι.
Γιατί στο σπίτι π’ αγρυπνώ, η αγάπη μου πεθαίνει
και μες στα μάτια την κοιτώ, που μόλις ανασαίνει.

Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιές
Γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
Γεια σας οι κάβοι κι οι ξανθοί γιαλοί
Γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί

Με πνίγει το παράπονο, γιατί στον κόσμο αυτόνα
τα καλοκαίρια τα ‘χασα κι έπεσα στον χειμώνα.
Σαν το καράβι π’ άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει
βλέπω να χάνονται οι στεριές κι ο κόσμος λιγοστεύει.

Η τρελή ροδιά

Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βάζει ανύποπτη μεσ’ στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;

Στη μέρα που απ’ τη ζήλεια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
Πότε θλιμμένη και πότε γκρινιάρα, πεστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;

Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυο καράβια
Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
Σ’αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που τρίζει τ’άρμενα ψηλά στον διάφανον αιθέρα;

Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαίμονα
Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;

Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται αυτή που ξελογιάζει
Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;

Διαβάστε επίσης:

Γνωρίστε τον Μενέλαο που πήρε υποτροφία σε ένα από τα κορυφαία κολλέγια αστροφυσικής στον κόσμο

Κρύο καιρός για… σινεμά: 3 + 2 τέλειες οικογενειακές προτάσεις για το σαββατοκύριακο!

Το φετινό ολοήμερο φεστιβάλ KinderDocs είναι αφιερωμένο στα κορίτσια που αλλάζουν τον κόσμο!